|
Οι σχέσεις δασκάλου-μαθητή βασισμένες στην αμοιβαία αποδοχή και εκτίμηση |
|
|
|
28.10.07 |
Για μια αποδοτική διδασκαλία της Τέχνης
Στη διάρκεια αυτού του χρόνου έχοντας διαμορφώσει μερικές απόψεις για το πρόβλημα εκπαίδευση, προσπάθησα όσο ήταν δυνατό να τις εφαρμόσω.
Η εκπαίδευση λοιπόν, η διδασκαλία δηλαδή οποιουδήποτε μαθήματος με τα σημερινά δεδομένα είναι η προσπάθεια μετάδοσης γνώσεων και εμπειριών που θα βοηθήσουν το παιδί να «προκόψει» στην κοινωνία ενσωματώνοντάς το σ’ αυτήν και βάζοντάς το να δεχτεί με όσο το δυνατόν λιγότερη σκέψη τα δεδομένα συστήματα αξιών.
Αλλά οι αξίες αλλάζουν και την αλλαγή αυτή είναι εύκολο να τη διαπιστώσει ο καθένας. Πιστεύω λοιπόν ότι το κάθε άτομο πρέπει να διαμορφώνει τις δικιές του αξίες και να αυτοκαθορίζεται ανεπηρέαστα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Επόμενα ο εκπαιδευτικός πρέπει να βρίσκεται σε μια διαλεκτική σχέση με τα παιδιά διδάσκοντας και διδασκόμενος από αυτά, αντιμετωπίζοντάς τα σαν ισότιμα άτομα και προσπαθώντας ν’ απελευθερώσει σ’ αυτά τις δημιουργικές δυνάμεις τους και να καλλιεργήσει την περιέργειά τους που είναι και ο κύριος μοχλός μάθησης. Πρέπει να μάθει να διδάσκει πως να σκέφτονται τα παιδιά και όχι τι να σκέπτονται.
Σχέσεις λοιπόν δασκάλου-μαθητή βασισμένες στην αμοιβαία αποδοχή και εκτίμηση. Μακριά από τις γνωστές καταπιεστικές σχέσεις, αλλά και από την εξίσου καταπιεστική προβολή του δασκάλου σαν αυθεντία που έχει σαν επακόλουθο την υποταγή των μαθητών στη γνώση του δασκάλου και στη δημιουργία προτύπων.
— Το μάθημά μας τώρα πρέπει κατά την άποψή μου να έχει σα στόχο την ανάπτυξη των δυνατοτήτων της έκφρασης του παιδιού που βοηθάει στην εξέλιξη της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του. Το φέρνει αντιμέτωπο με το σύνθετο πρόβλημα της σχέσης του με την πραγματικότητα, φυσική, κοινωνική, ανθρώπινη. Από τον πρώτο χρόνο λοιπόν πρέπει να προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε τα παιδιά ν’ αναπτύξουν την ικανότητα της παρατήρησης που βρίσκεται στη βάση κάθε σχέσης ανθρώπου και πραγματικότητας.
— Έτσι στη διάρκεια αυτών των μηνών θέλησα να ξυπνήσω το ενδιαφέρον των παιδιών ώστε να συμμετέχουν στο μάθημα, αποφεύγοντας κάθε είδους ακαδημαϊσμό. Κύριος στόχος μου ήταν ν’ αποδεσμεύσουν και ν’ αφήσουν να λειτουργήσει η φαντασία τους η τόσο καταπιεσμένη και ευνουχισμένη.
Προσπάθησα να δημιουργήσω κλίμα εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητο για την πραγματική συμμετοχή και ελευθερία έκφρασης.
Οι άξονες που κινήθηκα ήταν: η παρουσίαση μέτριων τεχνικών μέσων και των δυνατοτήτων που παρέχουν — ο δεύτερος, και κυριότερος, ήταν η προσπάθεια απελευθέρωσης της έκφρασης μέσο της ποικιλίας των θεμάτων, της άνεσης χρόνου και χωρίς δεσμεύσεις στην οποιαδήποτε προσέγγιση που γινόταν στο θέμα — ένας εξίσου σημαντικός άξονας ήταν η κριτική από την τάξη σε κάθε ένα έργο του κάθε μαθητή, με στόχο τη δημιουργία διαλόγου όσο αφορούσε το θέμα, το σχήμα, το χρώμα.
Στις τέσσερις εκθέσεις που μεσολάβησαν μέχρι την τελευταία στο τέλος του χρόνου, όπου διάλεξα εγώ τα έργα, η επιλογή των έργων έγινε από τους μαθητές. Κατά τη διάρκεια του χρόνου θέλοντας να ελέγξω τι επίδραση είχε η ταχτική μου στα παιδιά, τους έθεσα κατά διαστήματα ορισμένα ερωτήματα.
— Το πρώτο ερώτημα ήταν: «Τι είναι τέχνη για σας;» Οι απαντήσεις έδειξαν μια κάποια άγνοια, κύρια έναν αυθορμητισμό και ειλικρίνεια, από την άλλη μεριά παιδιά της Β' τάξης κατέφυγαν στην αντιγραφή από διάφορα κείμενα και εγκυκλοπαίδειες, προφανώς γιατί πίστευαν ότι η απάντηση στο ερώτημα θα έπαιζε κάποιο ρόλο στην αντιμετώπισή τους από μένα.
— Το δεύτερο ερώτημα, αφού πίστευα ότι οι σχέσεις μας είχαν φτάσει σ ένα ικανοποιητικό σημείο και συγχρόνως διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι απαντήσεις ήταν καθαρά για προσωπική χρήση ήταν: «Πώς βλέπετε τις σχέσεις καθηγητή-μαθητή;»
Μέσα στη σχετικότητα που έχει μια τέτοια έρευνα ανάμεσα στα παιδιά, τ’ αποτελέσματα ήταν ο εντοπισμός της τεράστιας έλλειψης επικοινωνίας και η καταδίκη του ακαδημαϊκού τρόπου διδασκαλίας. Στο τρίτο ερώτημα τώρα διαφαίνεται καθαρά πόσο τα παιδιά δεν θέλουν να πιεστούν από τα πάνω για να δημιουργήσουν, μια και στην ερώτηση: «Ποια από τα θέματα της χρονιάς σας άρεσαν περισσότερο και γιατί;» κατά συντριπτική πλειοψηφία απάντησαν το ελεύθερο, γιατί μπορούσαν να εκφραστούν καλύτερα χωρίς «επιβολέα» όπως είπαν, και κατόπιν ερχόντουσαν θέματα τα οποία εξάπτουν τη φαντασία δηλαδή: εξώφυλλο παραμυθιού - παροιμίες -συνθέσεις.
— Όλα τα παραπάνω ήταν μια πρώτη προσέγγιση στα θέματα δουλειάς και σχέσεων τις οποίες θεωρώ πολύ σημαντικές — τον κυριότερο μοχλό.
Δυστυχώς λόγω ελλείψεως χώρου δεν μπορούν να μπουν αποσπάσματα των απαντήσεων.
ΣΤΕΛΛΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ 9ο Γυμνάσιο Περιστερίου
|