Άρθρα τεύχους

Σχετικά με τις υποτροφίες για τη διδασκαλία της Τέχνης
Ερεθίσματα για νέες ιδέες
Συνάντηση εκπαιδευτικών τέχνης για τα καλλιτεχνικά μαθήματα
Προγραμματισμός της ύλης και τι σημαίνει για τη βελτίωση της διδασκαλίας της Τέχνης
Η σχέση της θεωρίας και της πράξης στην Εκπαίδευση στην Τέχνη
Η εκπαίδευση των καθηγητών Τέχνης στις Ακαδημίες Καλλιτεχνικής Παιδείας της Ολλανδίας
Αξίες και στόχοι στην Καλλιτεχνική Παιδεία
Ψήφισμα της «συνάντησης» εκπαιδευτικών τέχνης για τα καλλιτεχνικά μαθήματα
Πειραματισμοί Καλλιτεχνών καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης
Υλικά που προσφέρονται για νέες εφαρμογές
Σκέψεις και προβλήματα για την εκπαίδευση των καθηγητών καλλιτεχνικών μαθημάτων
Για τα κριτήρια καθορισμού των στόχων στην Εκπαίδευση Τέχνης
Οι σύγχρονοι προβληματισμοί του μαθήματος των καλλιτεχνικών στο Γυμνάσιο
Η Τέχνη πέρα από ευαισθησία είναι μυαλό και γνώσεις
EOET, INSEA σκέψεις και προτάσεις από μια σύντομη εμπειρία
Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της θεωρίας στην Τέχνη
Ο ρόλος της σύγχρονης τέχνης και ο ρόλος του καλλιτέχνη στην εκπαίδευση τέχνης στο σχολείο
Εικαστική αλληλογραφία
Συμβολή στην πολιτιστική ανέλιξη των μαθητών
Η αύξηση των οργανικών θέσεων και η διασπορά στα δημοτικά

Gallery



Η σχέση της θεωρίας και της πράξης στην Εκπαίδευση στην Τέχνη Εκτύπωση E-mail
19.09.08

Περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλους τομείς, οι καθηγητές της Τέχνης τηρούν σκεπτικιστική στάση απέναντι στη συνάφεια της θεωρίας και της έρευνας με την πράξη.
Αυτό, υποθέτω, είναι εύλογο. Οι καθηγητές της Τέχνης εργάζονται σ’ έναν τομέα που αφορά την ανάπτυξη της καλλιτεχνικής ευαισθησίας και η θεωρία και η έρευνα έχουν κάποια επιστημονικά στοιχεία. Η Τέχνη και η επιστήμη, λέγεται, είναι σαν το νερό και το λάδι. Δεν αναμιγνύονται. Η επιστήμη ασχολείται με το ορθολογικό, το συστηματικό και το γενικεύσιμο, ενώ η Τέχνη ασχολείται με το συναισθηματικό, με το διαισθητικό και πνευματικό, με το υπέρλογο και με το συγκεκριμένο. Το να προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε την επιστήμη για να καθορίσουμε την πρακτική εκπαιδευτικών που ασχολούνται με την Τέχνη είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια καλοπροαίρετη, αλλά λανθασμένη ενέργεια. Αλλά υπάρχουν κι άλλες πηγές αμφιβολίας. Πολλοί καθηγητές της Τέχνης συχνά υποφέρουν από χαμηλή ιδέα για τον εαυτό τους, γιατί δεν «πέτυχαν» ως καλλιτέχνες. Μερικοί ακόμη θεωρούν τη διδασκαλία σαν μια υπόθεση δευτερεύουσας σημασίας. Στην πραγματικότητα, θέλουν τόσο πολύ να θεωρούν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες, ώστε έχει επινοηθεί ένας τεχνικός όρος για να περιγράψει αυτόν το ρόλο: καλλιτέχνης - εκπαιδευτικός. Η ιδέα ότι η θεωρία είναι συνδεδεμένη με τους καλλιτέχνες δεν μοιάζει να έχει γι’ αυτούς τους ανθρώπους αρκετή αξιοπιστία. Επιπλέον, η κύρια έμφαση στην εκπαίδευση των καθηγητών Τέχνης δίνεται στο εργαστήριο — μόνο ένα μικρό ποσοστό μαθημάτων σε κολεγιακό και πανεπιστημιακό επίπεδο είναι αφιερωμένα σ’ έναν τομέα της Αισθητικής Αγωγής καθ’ αυτήν. Γι’ αυτό εξαιτίας της κοινωνικοποίησης των φοιτητών στα τμήματα Τέχνης του κολλεγίου, εξαιτίας της επιθυμητής αυτοεικόνας του καλλιτέχνη και εξαιτίας ιδεών σχετικά με τις αντιδιαμετρικές φύσεις της Επιστήμης και της Τέχνης, στην καλύτερη περίπτωση η έρευνα και η θεωρία στην Αισθητική Αγωγή έχουν μια τεταμένη σχέση με την πράξη.

Δεν υποστηρίζω ότι η θεωρία και η έρευνα είναι τα κλειδιά για την επιτυχημένη πρακτική στην Αισθητική Αγωγή ή στην εκπαίδευση γενικά. Δεν υπάρχουν «κλειδιά», ούτε απλές πανάκειες για προβλήματα τόσο πολύπλοκα και λεπτά, όπως η διδασκαλία, είτε αναφέρεται στην Τέχνη είτε σε άλλους τομείς. Επιπλέον, δεν υπήρξαν καθοριστικές εξελίξεις από την έρευνα στον τομέα της Αισθητικής Αγωγής, παρά τη διεξαγωγή έρευνας πάνω από τριάντα χρόνια στον τομέα μας και πάνω από ογδόντα χρόνια στην εκπαίδευση γενικά. Δεν υπάρχουν εκπαιδευτικά ανάλογα του ραντάρ, του διαστημόπλοιου, των ακτίνων λέιζερ ή του φούρνου με μικροκύματα. Δεν υπάρχουν δοκιμασμένες μέθοδοι που μπορούν να διδαχθούν στους μέλλοντες δασκάλους για να εξασφαλίσουν επιτυχία στη διδασκαλία. Δεν έχουμε εμβόλια του Salk για να προστατευτούμε ενάντια στην οπτική αγραμματοσύνη. Δεν έχουμε ακόμα το επίσημο ανάλογο του θερμομέτρου. Έχουν, λοιπόν, δίκιο αυτοί που αμφισβητούν τη θεωρία και την έρευνα στην Αισθητική Αγωγή; Είναι αλήθεια ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ας εξετάσουμε τις συνέπειες. Τα μαθήματα της Αισθητικής Αγωγής θα ήταν περιττά αφού δεν έχουμε τίποτα να διδάξουμε και οι μέλλοντες δάσκαλοι θα μαθαίνουν με το παράδειγμα και με τη μέθοδο της δοκιμής και πλάνης. Η εξάσκηση που αποκομίζουν από τα μαθήματα στο εργαστήριο θα παρείχε το παράδειγμα. Οι επιτυχίες τους και αποτυχίες τους στην αίθουσα διδασκαλίας θα παρείχαν το εμπειρικό υπόβαθρο. Έννοιες σχετικές με τη μάθηση και την Τέχνη, με την οργάνωση του αναλυτικού προγράμματος, με τη διδασκαλία και την αξιολόγηση θα ήταν ένα προϊόν του κοινού νου ή ένα προϊόν της πείρας. Η μαθητεία κάτω από έναν πεπειραμένο θα ήταν το πιο ισχυρό μοντέλο για την πρόσκτηση διδακτικών δεξιοτήτων και τα Πανεπιστήμια θα ήταν ακατάλληλοι χώροι για σπουδές. Η κατάρτιση του δασκάλου θα έμοιαζε περισσότερο με την κατάρτιση του υδραυλικού (αν και ο δάσκαλος παίρνει λιγότερα χρήματα) παρά με την κατάρτιση του μηχανικού ή του γιατρού. Με λίγα λόγια, αν η θεωρία και η έρευνα δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στους εκπαιδευτικούς, η Αισθητική Αγωγή ως τομέας θα γινόταν περισσότερο μια Εφαρμοσμένη τέχνη και όχι ένα επάγγελμα που απαιτεί εξειδίκευση και επιστημονικές γνώσεις. Και τότε, θα ήταν καλύτερα να τοποθετείται στις Τεχνικές Σχολές, παρά σε Ιδρύματα Ανώτερης Εκπαίδευσης. Υποψιάζομαι ότι υπάρχουν μερικοί που θα ισχυρίζονταν πως ότι έχω περιγράψει συμβαίνει πραγματικά, και πραγματικά θα μπορούσε να συμβαίνει. Αλλά αν αυτό αληθεύει, ωστόσο θα υποστήριζα ότι αυτό δεν οφείλεται στο γεγονός ότι η θεωρία και η έρευνα δεν έχουν τίποτα χρήσιμο να προσφέρουν, αλλά στο ότι η ποιότητα των μαθημάτων που προσφέρονται είναι πολύ χαμηλή. Όταν η ποιότητα του μηνύματος είναι κατώτερη, δεν ωφελεί να σκοτώσουμε το φορέα του. Είναι πιο λογικό ν’ αναζητήσουμε ένα καλύτερο μήνυμα. Ποια είναι λοιπόν η σχέση της θεωρίας με την πράξη στην Αισθητική Αγωγή; Όπως έχω αναφέρει, η έρευνα δεν δίνει καμιά συνταγή. Αλλά τι προσφέρει; Πιστεύω ότι η θεωρία και η έρευνα παρέχουν πλαίσια αναφοράς, έννοιες, πρακτικούς κανόνες (όχι απόλυτους κανόνες) που επιτρέπουν στους δασκάλους να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους όταν διδάσκουν. Η θεωρία — δηλ. οι ιδέες για τη φύση του κόσμου — μας δείχνουν μια κατεύθυνση, μας δίνουν έννοιες μέσω των οποίων μπορούμε να κοιτάζουμε τον κόσμο, μας υπενθυμίζουν αυτά που πρέπει να αναζητούμε. Για παράδειγμα, η διάκριση που έκανε ο Lowenfeld ανάμεσα στο απτικό και στο οπτικό στρέφει την προσοχή μας στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα παιδιά παράγουν οπτικές μορφές και φωτίζει τη διαφορά ανάμεσα στις μορφές αυτές. Με τις κατηγοριοποιήσεις που μας έχουν δοθεί μπορούμε να κάνουμε διακρίσεις που διαφορετικά θα μας είχαν διαφύγει. Εξαιτίας αυτών των διακρίσεων μπορούν να τεθούν ένα πλήθος από γόνιμα ερωτήματα για τις σχέσεις τέτοιων χαρακτηριστικών με την προσωπικότητα, με το στιλ της διδασκαλίας, με την ηλικία, με τη μορφή της ενεργοποίησης που χρησιμοποιείται στην τάξη. Για παράδειγμα, κάνοντας διακρίσεις ανάμεσα στις φάσεις των γνωρισμάτων της τεχνοκριτικής, όπως το περιγραφικό, το ερμηνευτικό και το αξιολογικό, μπορούμε να σχεδιάσουμε αναλυτικά προγράμματα που παρέχουν στους μαθητές πρακτική εμπειρία σχετικά με την κριτική της Τέχνης και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις διακρίσεις για να προσδιορίσουμε τη δυνατότητα των μαθητών να παρατηρούν, να εξηγούν και να αιτιολογούν τις κρίσεις τους για τις οπτικές μορφές που συναντούν, σε έργα τέχνης, σε έργα της φύσης ή στο περιβάλλον γενικά. Επιπλέον, μέσα από τη θεωρία και την έρευνα που φωτίζουν τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την αντίληψη, είμαστε περισσότερο ικανοί να βοηθήσουμε τους μαθητές να αντιληφθούν και να αναπλάσουν ποιότητες οι οποίες χωρίς γλώσσα θα περνούσαν απαρατήρητες. Η έρευνα δείχνει ότι οι λεκτικές κατηγορίες επιλέγουν και περιχαράσσουν ορισμένες πλευρές του κόσμου. Η γλώσσα είναι κάτι περισσότερο από έναν παθητικό φορέα που χρησιμοποιούμε για να επικοινωνούμε. Είναι μια τεχνολογία που διαμορφώνει την αντίληψή μας και τη σκέψη μας. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε, αλλά ελπίζω ότι ο κυριότερος νηματικός πυρήνας έχει εκτεθεί. Η θεωρία και η έρευνα στην Αισθητική Αγωγή ποτέ δεν ήταν και νομίζω ότι ποτέ δεν θα είναι μηχανές συνταγών για την οργάνωση της πράξης. Η πράξη είναι πολύ πολύπλοκη, πολύ δυσνόητη και πολύ απαιτητική. Ό,τι παρέχουν η θεωρία και η έρευνα είναι κατευθυντήριες γραμμές, υπομνήσεις, βάσεις για τη θεώρηση και εξέταση ενός σύνθετου και δυναμικού συνόλου απόψεων. Η θεωρία και η έρευνα στην Αισθητική Αγωγή, όπως και στις κοινωνικές επιστήμες, δεν είναι τύποι συνταγών, είναι ερμηνευτικά εργαλεία. Είναι κάτι που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, όχι κάτι που πρέπει να ακολουθήσουμε. Μας βοηθούν να καταλάβουμε κάτι που διαφορετικά θα ήταν λιγότερο κατανοητό. Αυτοί που δεν περιμένουν τίποτα από την έρευνα και τη θεωρία υποτιμούν τη χρησιμότητά τους, περιμένουν πολύ λίγα. Όπως στην αισθητική θεωρία, η έρευνα και η θεωρία στην Αισθητική Αγωγή είναι, κατά κάποιο τρόπο, παιδαγωγικά μέσα. Μας διδάσκουν πώς να βλέπουμε. Μια από τις καλύτερες απόψεις που ξέρω να διατυπώθηκαν γ’ αυτό το θέμα είναι εκείνη του Morris Weitz, όταν μιλούσε για τη σχέση της αισθητικής με την Τέχνη:

«Αν δεν υπάρχουν ικανοποιητικές θεωρίες των έργων τέχνης, αν δεν χρειάζεται να υπάρχουν τέτοιες θεωρίες για να διδάξουμε και να κρίνουμε έργα τέχνης, τότε ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης των θεωριών αυτών; Είναι όλες αποτυχημένες; Παρά το γεγονός ότι όλες αυτές δεν κατορθώνουν να εκπληρώσουν αυτά που προτίθενται να κάνουν - να δώσουν έναν αληθινό ορισμό των έργων τέχνης - αυτοί οι ορισμοί είναι χρήσιμοι και αξίζουν εντατική εξέταση, γιατί πίσω από τον καθένα υπάρχει ένας επαναπροσδιορισμός του «έργου τέχνης», δηλ. μια προσπάθεια να εστιάσουμε σε ορισμένα κριτήρια ή ιδιότητες των έργων τέχνης σε αντιπαράθεση με άλλα. Αν προσέξουμε αυτά τα κριτήρια ή τις ιδιότητες και ξεχάσουμε τις ανεπιτυχείς απόπειρες για αληθινούς, ουσιώδεις ορισμούς, μαθαίνουμε πολλά από τις θεωρίες, ιδιαίτερα όσον αφορά αυτά που πρέπει ν’ αναζητούμε στα έργα τέχνης και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να τα αναζητήσουμε. Πραγματικά, η μεγάλη συμβολή των θεωριών των έργων τέχνης βρίσκεται ακριβώς στα διδάγματά τους, όχι στους ορισμούς τους για την τέχνη. Κάθε μια από τις θεωρίες αντιπροσωπεύει ένα σύνολο από ανιχνεύσιμα κριτήρια που μας υπενθυμίζουν τι μπορεί να έχουμε παραμελήσει ή μας βοηθούν να δούμε ότι μπορεί να μην έχουμε δει». (1) Αυτά που λέει ο Morris Weitz για τη σχέση ανάμεσα στην αισθητική θεωρία και την Τέχνη εμφανίζουν αναλογίες, a fortiori, με τη θεωρία και έρευνα στην Αισθητική Αγωγή. Ένας τομέας που καυχάται για τη δεκτικότητά του απέναντι στην εμπειρία πρέπει να δεχτεί μία πολλαπλότητα προσεγγίσεων στη μελέτη των προβλημάτων του. Η έρευνα και η θεωρία στην Αισθητική Αγωγή ποτέ δεν μπορούν να είναι από μόνες τους επαρκείς για ν’ ασχοληθούν με προβλήματα της πράξης, αλλά παρέχουν ένα μέρος από το μωσαϊκό που όλοι χρειαζόμαστε για να γνωρίσουμε τον κόσμο από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Παραπομπές: Morris Weitz «Η φύση της Τέχνης» (1) στο περιοδικό κείμενα Αισθητικής Αγωγής, Elliot Eisner και David Ecker εκδότες Waltham Massachusetts: Blaidsdell Rublishing Company, 1966.

Elliot Eisner
Μετάφραση: Αλεξάνδρα Χριστίδη




Digg!Reddit!Del.icio.us!Facebook!Slashdot!Netscape!Technorati!StumbleUpon!Newsvine!Furl!Yahoo!Ma.gnolia!