Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός πως η Τέχνη και οι διάφορες μορφές
των εφαρμογών της αλλά και ολόκληρος ο κόσμος των αντικειμένων που μας
περιβάλλουν αφήνουν αδιάφορο και αισθητικά αδρανές το ελληνικό κοινό.
Πρόκειται για ένα πολιτιστικό κλίμα πλήρους αφασίας τουλάχιστον στους τομείς αυτούς. Η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών δεν είναι σε θέση να κατανοήσει και να αποτιμήσει όχι μόνο τις τέχνες, αλλά τα αντικείμενα με τα οποία είναι συνδεδεμένη η καθημερινή ζωή τους.
Η κατανόηση και η αποτίμηση του μικρού και του μεγάλου περιβάλλοντος, του μέσα και έξω, δεν είναι έμφυτη ιδιότητα του ανθρώπου αλλά αποκτάται. Κι εδώ το σχολείο αποτελεί ένα σημαντικό – ανάμεσα σε άλλους – παράγοντα καλλιέργειας. Από τον ισχυρό αυτό μηχανισμό – που τον χειρίζεται το κράτος – είναι δυνατό να αρχίσουν να λειτουργούν τα αισθητήρια, η νόηση και η φαντασία. Μέσα από το σχολείο αρχίζουν να βλέπουν καθαρά τα μάτια και να εργάζονται τα χέρια. Για το ρόλο και την ευθύνη του κράτους, μέσα σε τούτη την αίθουσα επισημάνθηκαν ήδη οι παραλείψεις και τα «κενά». Μιλήσαμε για τις λίγες ώρες του μαθήματος, για το ελάχιστο διδακτικό «προσωπικό» για τις μεγαλόστομες εξαγγελίες των Αναλυτικών προγραμμάτων, ειδικά όταν περιγράφουν τους σκοπούς του μαθήματος, και για μηδαμινή ανταπόκρισή τους στην εφαρμογή, για τις ελλείψεις κατάλληλων διδακτηρίων και υλικών μέσων.
Δεν μιλήσαμε όμως για ένα πράγμα, για το αν όλα αυτά μπορούν να επιδιωχθούν μέσα στο δεδομένο εκπαιδευτικό σύστημα και μέσα στο γενικότερο κοινωνικό πολιτισμικό κλίμα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Κι αν ναι, ως ποιο βαθμό το μπορούν. Μ’ άλλα λόγια πόσες και ποιας ποιότητας μεταβολές είναι εφικτές με το υπάρχον εκπαιδευτικό πνεύμα. Ποια περιθώρια υπάρχουν για να καλλιεργηθεί η ευαισθησία του μαθητή; Μόνο με γνώμονα αυτήν την παρατήρηση προσγειώνεται η συζήτηση και επιδιώκονται, ενδεχόμενες μεταβολές στο συζητούμενο μάθημα.
Φοβούμαι όμως, ότι οι συνθήκες πολύ λίγα επιτρέπουν. Το μάθημα της Τέχνης και γενικότερα η αισθητική καλλιέργεια προϋποθέτουν μια διαφορετική από την ισχύουσα εκπαίδευση φιλοσοφία που στα πλαίσιά της θα διαμορφωθεί και μια άλλη σχέση με τα υπόλοιπα εγκύκλια μαθήματα και με τους δασκάλους που διδάσκουν. Και φυσικά προϋποθέτει και την κατάλληλη εκπαίδευση του δάσκαλου. Γι’ αυτό το τελευταίο βρισκόμαστε εδώ τώρα. Σκοπός μας είναι να δούμε με ποιο τρόπο κάτω από τις σημερινές συνθήκες της σχολικής εκπαίδευσης, θα ανταποκριθεί καλύτερα ο δάσκαλος στην αποστολή του. Πάντως πρέπει να πω ότι τα περιθώρια είναι ελάχιστα.
Με αυτή την επιφύλαξη θα σας εκθέσω σύντομα τις σκέψεις μου για την εκπαίδευση των καθηγητών του καλλιτεχνικού μαθήματος στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.
Περισσότερο από 5 χρόνια απασχολεί τη Σχολή το πρόβλημα. Γνωρίζουμε ότι η παρεχόμενη εκπαίδευση είναι ατελής. Ελπίζουμε – τώρα πια με το νέο πρόγραμμα σπουδών – ότι θα βελτιωθεί το μάθημα. Πάντως για το ζήτημα αυτό θα εκφράσω απόψεις και θα προτείνω λύσεις προσωπικές. Για να αποκτήσω πληρέστερη εικόνα του θέματος πέρυσι έκανα μια έρευνα στην Ευρώπη επισκεπτόμενος τρεις χώρες. Εκεί είδα από κοντά με ποιο τρόπο εκπαιδεύονται οι δάσκαλοι και οι καθηγητές των καλλιτεχνικών μαθημάτων. Επισκέφτηκα μεταξύ των άλλων και δύο ειδικευμένες για το σκοπό Σχολές στην Αγγλία και στην Ολλανδία, των οποίων δύο καθηγητές βρίσκονται ανάμεσα μας. Για τη Σχολή του Tilburk στην Ολλανδία μας μίλησε ο καθηγητής Ligtuoet και για τη Σχολή του Leicester θα μας μιλήσει ο καθηγητής Allison. Στο τελευταίο εκπαιδεύονται αποκλειστικά σε μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών οι καθηγητές που έχουν ήδη τελειώσει τις προπτυχιακές τους σπουδές σε διάφορες Σχολές Τέχνης της Αγγλίας. Ενώ το πρώτο έχει αποκλειστικό αντικείμενο την εκπαίδευση Καθηγητών της Τέχνης. Πάντως πρέπει να πω ότι στις χώρες αυτές όπως και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης είναι υποχρεωτική η ειδική εκπαίδευση των καθηγητών. Είναι αδιανόητο να διδάξει στη Μέση Εκπαίδευση ένας απόφοιτος μιας Σχολής Καλών Τεχνών και ομολογώ ότι μου αποκαλύφτηκε η εκπαιδευτική μας γύμνια στην εκπαίδευση των καθηγητών. Φυσικά οι χώρες αυτές δεν έχουν όπως εμείς μια και μοναδική Σχολή Καλών Τεχνών. Η Ολλανδία, χώρα μικρή όπως η δική μας, διαθέτει 18 Σχολές Τέχνης και τρεις απ’ αυτές, αν θυμάμαι καλά, εκπαιδεύουν δασκάλους της Τέχνης. Όμως τι κάνουμε εμείς με μια σχολή Καλών Τεχνών που πρέπει να τα κάνει όλα, να εκπαιδεύει καλλιτέχνες, και δασκάλους ταυτόχρονα;
Το πρόβλημα για την ΑΣΚΤ τίθεται με τις εξής τρεις εναλλακτικές λύσεις: Μια ανεξάρτητη Σχολή που θα εκπαιδεύει καθηγητές των καλλιτεχνικών για τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Δεύτερο, καθιέρωση μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών στην ΑΣΚΤ για τους καλλιτέχνες που προορίζονται να διδάξουν το μάθημα στη Μέση Εκπαίδευση. Και τρίτο, μικρομεταβολές στο υπάρχον σύστημα με κάποια πρόσθετα μαθήματα. Τούτο σημαίνει να παρέχεται όπως και τώρα από τη Σχολή η διπλή ιδιότητα στους αποφοίτους: του καλλιτέχνη και του δάσκαλου της Τέχνης.
Την πρώτη λύση – θα ήταν η ιδανική – τη βρίσκω ανέφικτη για πολλούς λόγους. Φαντάζει ως πολυτέλεια σ’ έναν τόπο που θα έπρεπε καταρχήν να έχει πολύ περισσότερες Σχολές Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, για να υπάρξει έτσι και σειρά για μια ειδικευμένη στη διδασκαλία της Τέχνης. Ούτε νομίζω ότι η πολιτεία είναι διατεθειμένη να δώσει βάρος σε κάτι που ως τώρα δεν φαίνεται να το θεωρεί πρωτεύον στοιχείο μάθησης και καλλιέργειας.
Προσωπικά αποκλείω και τη τρίτη λύση. Τη θεωρώ παροδική και ατελέσφορη.
Ξέρουμε ότι με δύο τρία μαθήματα – υποχρεωτικά – που παίρνουν οι φοιτητές της Α.Σ.Κ.Τ., την Παιδαγωγική Ψυχολογία, την Ιστορία Τέχνης, και τη Ρυθμολογία, που στο κάτω-κάτω τα διδάσκονται κι όσοι δεν πρόκειται να γίνουν καθηγητές, δεν μορφώνονται οι δάσκαλοι της Τέχνης. Αν σ’ αυτά προστεθούν επιπλέον μερικά μαθήματα δε σημαίνει ότι καλύπτονται τα κενά. Για παράδειγμα η Διδακτική της Τέχνης – μάθημα σύνθετο – γιατί εμπεριέχει θεωρητικές γνώσεις και συνεχή πρακτική, δεν μπορεί να περιληφθεί στο σώμα των καλλιτεχνικών σπουδών τις οποίες ταυτόχρονα θα πρέπει να παρακολουθεί ο φοιτητής. Δεν μπορούν άρα να συνυπάρξουν δύο διαφορετικής κατεύθυνσης σπουδές μέσα σ’ ένα πρόγραμμα που σκοπεύει μόνον στην Καλλιτεχνική Εκπαίδευση. Η Ιστορία Τέχνης λόγου χάρη δεν διδάσκεται με την ίδια μέθοδο σε φοιτητές και σε μαθητές. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα δύο μαθήματα, τη Ρυθμολογία, την Ψυχολογία της αντίληψης κ.λπ. Απομένει η περίπτωση του μεταπτυχιακού κύκλου. Η χρονική διάρκεια είναι θέμα προς συζήτηση. Μπορεί να είναι ετήσια ή διετής, τούτο εξαρτάται από πολλούς λόγους που δεν είναι της ώρας να τους περιγράψω. Είναι ευνόητο ότι οι σπουδές θα γίνουν στο μεταπτυχιακό τμήμα που θα πρέπει να ιδρυθεί. Σ’ αυτό θα περιληφθούν και άλλες ειδικότητες, όπως Ιστορία της Τέχνης, η Θεωρία της Τέχνης και η Αισθητική. Το μεταπτυχιακό τμήμα θα πρέπει να επανδρωθεί από εκπαιδευμένο διδακτικό προσωπικό και να εξοπλισθεί με τα αναγκαία υλικά μέσα.
Για το πρώτο, δηλαδή το ειδικευμένο διδακτικό προσωπικό, όπως γνωρίζετε, δεν υπάρχουν στην Ελλάδα εκπαιδευμένοι καλλιτέχνες για τη διδασκαλία της Τέχνης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Για το λόγο αυτό ύστερα από εισήγηση της Α.Σ.Κ.Τ. στο Ι.Κ.Υ. αποφασίστηκε να χορηγούνται 1-2 υποτροφίες κάθε χρόνο για την ειδικότητα αυτή. Ήδη δύο καλλιτέχνες σπουδάζουν έξω, και νομίζω ότι θα ήταν σκόπιμο να ζητήσουμε από το Υπουργείο Παιδείας να αυξήσει τον αριθμό των υποτρόφων με δαπάνες δικές του.
Έτσι σε μερικά χρόνια θα υπάρξει ένας έστω μικρός αριθμός εκπαιδευμένων καθηγητών για το ξεκίνημα και θα σταματήσει, ελπίζουμε, ο εμπειρισμός και συχνά ο αυτοσχεδιασμός γύρω από τα καλλιτεχνικά μαθήματα, που αρχίζει από τα υψηλά κλιμάκια της εκπαίδευσης και καταλήγει ως τη σχολική τάξη.
Ο εξοπλισμός του μεταπτυχιακού τμήματος, αν γίνει σωστά, είναι δαπανηρός. Κι αυτό γιατί χρειάζεται ο μεταπτυχιακός σπουδαστής να γνωρίσει και να ασκηθεί πρακτικά στις διάφορες μορφές των εφαρμογών της τέχνης, ώστε να μη περιορίζει τη διδασκαλία του μόνον στη ζωγραφική ή τη γλυπτική, αλλά. να την επεκτείνει και σε άλλες μορφές έκφρασης, σε άλλες τεχνικές και σε άλλα υλικά, αφού μόνο έτσι καλλιεργείται – εκτός των άλλων – και η απτική δεξιότητα του μαθητή.
Ελπίζω ωστόσο ότι η ΑΣΚΤ θα προσπαθήσει να αντιμετωπίσει και να λύσει το ζήτημα των υλικών και τεχνικών μέσων από τη στιγμή που θα εγκριθεί το νέο πρόγραμμα σπουδών.
Ωστόσο επειδή όλα αυτά θα πάρουν το χρόνο τους, θα πρότεινα, τελειώνοντας, κάτι που το πρότεινε πριν λίγο και ο καθηγητής Eisner.
Ωσότου αρχίσει να αποδίδει ένας σχετικά μακρόχρονος προγραμματισμός για την εκπαίδευση των καθηγητών, στο μεταξύ μπορούν πολλά να γίνουν. Η ιδέα λ.χ. να ξεκινήσει μέσα σε τούτο το χρόνο και προς το τέλος του, ένα μικρό πρόγραμμα βραχύχρονης εκπαίδευσης με τη μορφή σεμιναρίων και μικρές αριθμητικά ομάδες, θα απέδιδε άμεσα οφέλη. Στα σεμινάρια αυτά θα διδάξουν και θα συζητήσουν ξένοι και Έλληνες, θα γίνουν θεωρητικές εισηγήσεις και συζητήσεις και κυρίως πρακτικές ασκήσεις. Πιστεύω ότι μόνον με τον τρόπο αυτό θα αντιληφθούμε καλύτερα το πρόβλημα και θα αναζητήσουμε αργότερα μονάχοι πιο μόνιμες λύσεις προσαρμοσμένες στα δεδομένα και στις ανάγκες της δικής μας σχολικής πραγματικότητας.
Δημοσθένης Κοκκινίδης Καθηγητής Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών
|