Άρθρα τεύχους

Σχετικά με τις υποτροφίες για τη διδασκαλία της Τέχνης
Ερεθίσματα για νέες ιδέες
Συνάντηση εκπαιδευτικών τέχνης για τα καλλιτεχνικά μαθήματα
Προγραμματισμός της ύλης και τι σημαίνει για τη βελτίωση της διδασκαλίας της Τέχνης
Η σχέση της θεωρίας και της πράξης στην Εκπαίδευση στην Τέχνη
Η εκπαίδευση των καθηγητών Τέχνης στις Ακαδημίες Καλλιτεχνικής Παιδείας της Ολλανδίας
Αξίες και στόχοι στην Καλλιτεχνική Παιδεία
Ψήφισμα της «συνάντησης» εκπαιδευτικών τέχνης για τα καλλιτεχνικά μαθήματα
Πειραματισμοί Καλλιτεχνών καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης
Υλικά που προσφέρονται για νέες εφαρμογές
Σκέψεις και προβλήματα για την εκπαίδευση των καθηγητών καλλιτεχνικών μαθημάτων
Για τα κριτήρια καθορισμού των στόχων στην Εκπαίδευση Τέχνης
Οι σύγχρονοι προβληματισμοί του μαθήματος των καλλιτεχνικών στο Γυμνάσιο
Η Τέχνη πέρα από ευαισθησία είναι μυαλό και γνώσεις
EOET, INSEA σκέψεις και προτάσεις από μια σύντομη εμπειρία
Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της θεωρίας στην Τέχνη
Ο ρόλος της σύγχρονης τέχνης και ο ρόλος του καλλιτέχνη στην εκπαίδευση τέχνης στο σχολείο
Εικαστική αλληλογραφία
Συμβολή στην πολιτιστική ανέλιξη των μαθητών
Η αύξηση των οργανικών θέσεων και η διασπορά στα δημοτικά
Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της θεωρίας στην Τέχνη Εκτύπωση E-mail
21.09.08
Ευρετήριο άρθρου
Η αναγκαιότητα διδασκαλίας της θεωρίας στην Τέχνη
Σελίδα 2
Σελίδα 3

Παίρνοντας υπ’ όψη τους την εξελικτική ψυχολογία, τα αναλυτικά προγράμματα των άλλων μαθημάτων προωθούν τη σκέψη και τη γνώση του παιδιού ανάλογα με τις ικανότητες της ηλικίας του, συνυπολογίζοντας και την ταυτόχρονη εξέλιξη των επιστημών. Τα εικαστικά καλλιτεχνικά μαθήματα πρέπει να ολοκληρώσουν τη σοβαρότητα της λειτουργίας τους με μια επιστημονική πληρότητα διδασκαλίας και όχι εμπειρισμού και προχειρότητας.

Είναι το μόνο μάθημα που δεν χρησιμοποιεί οργανωμένα την ιστορία του και τη φιλοσοφία του και έτσι δίνεται στο μαθητή μια ατελής όψη της Τέχνης.

Όλα αυτά αναφέρθηκαν για να κατανοήσουμε την ανάγκη της αισθητικής διδασκαλίας, της κριτικής ανάλυσης της συζήτησης και παρουσίασης έργων τέχνης των μεγάλων ζωγράφων ή γλυπτών, και κυρίως της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκέψης και έκφρασης. Η επαφή του παιδιού με το σύγχρονο έργο τέχνης, θα του μεταδώσει την ποιότητα που εμπλουτίζει την τέχνη και δίνει μια νέα διάσταση στο πνεύμα. Αλλά αυτή η επαφή πρέπει να γίνει με τρόπο προγραμματισμένο, διεξοδικά κριτικό, ιστορικό, αισθητικό και κοινωνιολογικό, για να φτάσουμε στην κατανόησή του, σε μια προσπάθεια να αποκαλύψουμε την αληθινή τέχνη στους μαθητές. Έτσι μόνο, σε συνδυασμό πάντα με την πρακτική εξάσκηση, θα δούμε τους μαθητές να δημιουργούν έργα βασισμένα πάνω στα σύγχρονα αισθητικά προβλήματα και στηριγμένα σε ουσιαστικούς καλλιτεχνικούς προβληματισμούς.

Η τέχνη με τη συνεχή της εξέλιξη βαθαίνει το χάσμα μεταξύ κοινού και έργου, κάτι που δεν είναι πρόσφατο πρόβλημα. Οι εμπρεσιονιστές π.χ. αντιμετώπισαν κυρίως αρνητικές κριτικές από το κοινό της εποχής τους. Κι όπως λέει ο COMΒRICH «ούτε η επικοινωνία ούτε η έκφραση μπορούν να λειτουργήσουν στο κενό», πέφτει κύρια στους καθηγητές της Τέχνης το βάρος να γεμίσουν αυτό το κενό με συζητήσεις και αναλύσεις. Δίνοντας αισθητικά κριτήρια και συγκεκριμένες γνώσεις (διότι ήδη αναφέραμε, ότι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εφηβικής σκέψης επιτρέπουν φυσιολογικά αυτήν τη δυνατότητα). Βοηθάμε ακόμα και αυτούς που δεν έχουν ιδιαίτερες ικανότητες πρακτικές - χειροτεχνικές ή που δεν θέλουν να κάνουν τέχνη, να συμμετέχουν στη λειτουργία και την επικοινωνία με το έργο τέχνης μέσω της κατανόησης.

Δεν αρκεί σήμερα, να πούμε ότι πρέπει να είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος με τον καλλιτέχνη για να τον καταλάβουμε. Δεν αρκεί μόνο το συναίσθημα, χρειάζεται και η εξωτερική βοήθεια της γνώσης, για να φτάσουμε σε μια σωστή εκτίμηση. Για να επικοινωνήσει ο θεατής πρέπει να γνωρίζει τη σύγχρονη γλώσσα των προβληματισμών του καλλιτέχνη. Και δεν είναι η επαφή με το ίδιο το έργο τέχνης η μόνη εφαρμογή θεωρητικής διδασκαλίας μέσα στο σχολείο. Υπάρχουν πολλές δραστικές μέθοδοι που ήδη έχουν εφαρμοστεί αλλού όπως π.χ. η ανάλυση των θεωρητικών κειμένων των εικαστικών καλλιτεχνικών, ή των κριτικών τέχνης ή των αισθητικών φιλόσοφων.

Στην Αμερική το 1899 ο L.L. WILSON θα γράψει το βιβλίο «η μελέτη των πινάκων στα Δημοτικά σχολεία» και το θεωρητικό του μοντέλο όπως το ανάπτυξε, ενθάρρυνε τους καθηγητές και καθιερώθηκε μέσα στα σχολεία. Για τα αποτελέσματα βέβαια υπάρχουν διάφορες απόψεις. Ο BRENT WILSON έκανε μια έρευνα που βασίστηκε στην ερώτηση: ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην κριτική δραστηριότητα και την ικανότητα του μαθητή να σχηματίσει τελικά σωστές εκτιμήσεις πάνω στο έργο τέχνης; Τα αποτελέσματα της έρευνας στα Αμερικάνικα Λύκεια δείχνουν την ύπαρξη μιας σαφούς σχέσης, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι υπήρχε συνέχεια σ’ αυτό το στυλ δουλειάς από χρονιά σε χρονιά, αλλά συνολικά τα αποτελέσματα δεν ήταν τόσο ενθαρρυντικά και εντόπισε το πρόβλημα στην έλλειψη μιας επιπλέον ειδίκευσης των ίδιων των καθηγητών. Στο Παρίσι το 1973 σε συμπόσιο Καλλιτεχνικής Παιδείας παρουσιάστηκε μια παρόμοια έρευνα που συνέκρινε τις αντιδράσεις των παιδιών στην παρουσίαση έργων σύγχρονης ζωγραφικής, πριν γίνει μια ιστορική, αισθητική και κοινωνιολογική ανάλυση και τις αντιδράσεις των ίδιων παιδιών αφού τους είχε γίνει μια τέτοια ανάλυση. Και εκεί δεν υπήρχε τελικά μια πολύ πετυχημένη εκτίμηση των έργων από μέρους των παιδιών. Εδώ συμπέραναν ότι ίσως οφείλονταν στην έλλειψη σωστής πρακτικής δραστηριότητας παράλληλα με τη θεωρία.