|
|
|
Μουσειακή εκπαίδευση και τέχνη στο σχολείο. Διαφορετικοί σκοποί και διαφορετικά μέσα - Εισαγωγή |
|
|
|
22.09.08 |
|
Σελίδα 2 από 4
Η μη προσέλευση επηρεάσθηκε από προηγούμενες εμπειρίες και από το πιστεύω ότι τα μουσεία δεν είναι μέρη για ψυχαγωγία, αυτοί οι δύο βασικοί παράγοντες επηρεάζουν την επιλογή των ανθρώπων για το τι θα κάνουν στον ελεύθερο χρόνο (Nash, 1975 Hood, 1983). Σε μια έρευνα του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης το 1973, ποσοστό 51% καταλάβαινε ότι ο σκοπός των μουσείων είναι να μορφώνουν το κοινό, στα 1975, όμως, βρέθηκε ότι οι περισσότεροι επισκέπτες δεν έρχονται στα μουσεία πρωταρχικά για να μάθουν (Linn 1976). ΣΤΟ Μουσείο Τέχνης του Τολέδο, μόνο οι τακτικοί επισκέπτες είπαν ότι έρχονται στο μουσείο για να μάθουν (Hood, 1983). Το «εθνικό κονδύλι για τις τέχνες» βρήκε ότι περισσότεροι από 80% από κείνους που επισκέπτονται μουσεία είχαν φοιτήσει σε κολλέγια και μια μελέτη επισκέψεων σε μια περιοδεύουσα έκθεση γιαπωνέζικης τέχνης που έγινε στη Βοστώνη, στο Σικάγο και στο Σηάτλ, ανέφερε ότι «είναι ξεκάθαρο ότι οι επισκέπτες στο σύνολό τους αποτελούσαν μια εξαιρετικά μορφωμένη ομάδα». Αυτές οι μελέτες και οι τοπικές δημογραφικές έρευνες και παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά των επισκεπτών που έγιναν από πολλά μουσεία, φανερώνουν ότι η προσοχή στα μουσεία είναι μεγάλη. Η πλειονότητα των Αμερικανών είτε δεν πάει καθόλου στα μουσεία είτε πηγαίνει σπάνια. Μόνο μια μειονότητα πηγαίνει ειδικά για να μάθει.
Με αυτά τα δεδομένα, φαίνεται περίεργο που τα μουσεία συνεχίζουν να προσαρμόζουν τα σχολικά προγράμματα επισκέψεων στο αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων.
Ο Williams (1981) λέει σωστά ότι η μάθηση από αντικείμενα είναι ο πυρήνας της διδασκαλίας των μουσειακών επισκέψεων και ότι πρωταρχική υποχρέωση των μουσειακών εκπαιδευτών θα πρέπει να είναι τα ενδιαφέροντα του μουσείου και όχι του σχολείου. Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους εκπαιδευτές στα μουσεία να προσαρμόσουν τη μουσειακή μάθηση σ’ οποιαδήποτε παιδαγωγική μέθοδο, τύπο προγράμματος, σειρά βιβλίων ή όποια μαθησιακή θεωρία ισχύει στα σχολεία, ή να βασίσουν τα προγράμματά τους σε άλλα πρότυπα και θεωρίες σχεδιασμένες ειδικά για σχολική μάθηση. Είναι ολοφάνερο ότι ο προγραμματισμός επισκέψεων σε μουσεία σύμφωνα με τις ανάγκες του σχολείου μπορεί να ικανοποιήσει διευθυντές ή δασκάλους, αλλά προσφέρει ελάχιστα στους μαθητές από τη γνώση, τις ικανότητες και τη στάση που χρειάζεται, να υιοθετήσουν σ’ όλη τους τη ζωή για να απολαμβάνουν και να μαθαίνουν χωρίς τυπολατρία στα μουσεία. Αν τα παιδιά δουν τα μουσεία σαν κάτι διαφορετικό από μια συνέχεια ασκήσεων της τάξης, τότε το αστείο, το παιδαγωγικό παιχνίδι, η πρόκληση των νέων εμπειριών, το να βρίσκονται με τους φίλους τους, η αυτοκατευθυνόμενη εξερεύνηση και ανακάλυψη και ο αυθορμητισμός θα γίνουν τα κύρια στοιχεία της μάθησης στα μουσεία. (Andrews and Asia, 1979’ Gottfried, 1980). Ο Bettleheim (1980) πιστεύει ότι ο τρόπος να παροτρύνουμε τα παιδιά να απολαύσουν και να εκτιμήσουν τα μουσεία είναι να εξάψουμε τη φαντασία, να ερεθίσουμε την περιέργεια και να τους δώσουμε την ευκαιρία να βιώσουν τρόμο κι απορία.
Η μάθηση στα μουσεία είναι απρογραμμάτιστη, αυθόρμητη, εξατομικευμένη και χωρίς τύπους διαδικασία που δεν μπορεί να επιβληθεί στον επισκέπτη. (Μουσεία για ένα Νέο Αιώνα, 1984’ Screven, 1976).
Άλλοι επαγγελματίες που εργάζονται στα μουσεία έχουν παρατηρήσει ότι «η κοινωνική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα γκρουπ των επισκεπτών καταλαμβάνει ένα μεγάλο ποσοστό από τον ολικό χρόνο που περνάνε στο επιστημονικό κέντρο, στο Μουσείο ή στο Ζωολογικό κήπο. Αυτά δεν είναι μέρη για να δίνουν εκτεταμένες πληροφορίες πράγμα που είναι τυπικό γνώρισμα της συνεχούς διδασκαλίας στα σχολεία» (Laetsch, και άλλοι 1980, σελ. 17). Ο Newson και ο Silver (1978) επιμένουν ότι «η μάθηση στα μουσεία τέχνης είναι ανεκτίμητη». Ο Bettleheim (1984), θυμούμενος τις δικές του πρώτες εμπειρίες από κείνο το μέρος της «έκπληξης» και των «θαυμάτων», το μουσείο τέχνης, νομίζει ότι οι άνθρωποι ζητούν στα μουσεία ενδιαφέρουσα και ευχάριστη διασκέδαση, παρά γνώση. Κατά τη Margaret Μead (1970), ένα μουσείο προσφέρει ευκαιρίες για εξατομίκευση και ελευθερία που είναι σπάνιες. Ο καθένας που πέρασε έστω και λίγη ώρα παρατηρώντας τους επισκέπτες ενός μουσείου, θα αναγνωρίσει ότι έρχονται συνήθως ανά δύο ή σε μικρές ομάδες γνωστών για μια -δυο άνετες κι ευχάριστες ώρες, όμως επίσης διαφέρουν πολύ στα ενδιαφέροντα και στην καταγωγή, περιορίζονται από το χρόνο, συχνά το υπερβολικά πολύ αισθητηριακό υλικό τους ξεπερνάει και τους μπερδεύει, πλησιάζουν ανοργάνωτα τα εκθέματα. Πόσο διαφορετικές είναι αυτές οι παρατηρήσεις από τις παραδοσιακές σχολικές επισκέψεις που προετοιμάζονται έτσι ώστε να συσχετίζονται με κάποια ειδική ενότητα της διδασκόμενης ύλης. Αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα των μουσείων σαν χώρων ανεπίσημης μάθησης, οι μουσειακοί εκπαιδευτές χρειάζεται να βάλουν στόχους για τις σχολικές εξορμήσεις που θα βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να επωφεληθούν από τις πλούσιες πολιτιστικές πηγές των μουσείων.
|
|