|
Μουσειακή εκπαίδευση και τέχνη στο σχολείο. Διαφορετικοί σκοποί και διαφορετικά μέσα - Εισαγωγή |
|
|
|
22.09.08 |
|
Σελίδα 3 από 4
Η Επιτροπή Μουσείων για ένα Νέο Αιώνα συμπέρανε ότι «τα μουσεία είναι φορείς εικαστικής, επιστημονικής και ιστορικής καλλιέργειας» όπου οι άνθρωποι μαθαίνουν να «συνθέτουν ιδέες, να σχηματίζουν γνώμες και να διαμορφώνουν μια αισθητική και πολιτιστική ευαισθησία». Στο βιβλίο «Το Μουσείο Τέχνης σαν εκπαιδευτής», οι Newson και Silver (1978) μελέτησαν δεκαπέντε σχολικά προγράμματα επισκέψεων και συνόψισαν ότι οι μουσειακοί εκπαιδευτές είπαν ότι ήταν οι στόχοι τους:
– Να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους στο μουσείο τέχνης και να κατανοούν την αξία του.
– Να τους εισάγουν σε εικαστικές εμπειρίες που θα οξύνουν την αντίληψή τους.
– Να δώσουν στα παιδιά πλουσιότερες ευκαιρίες να κάνουν τέχνη αφεαυτής σημαντική ίδια και να κατανοήσουν και να απολαμβάνουν την τέχνη των άλλων.
Άλλοι μουσειακοί εκπαιδευτές λένε ότι επιδιώκουν να ενθαρρύνουν συζητήσεις με τους επισκέπτες, να φτάνουν στην από κοινού κατανόηση με ανταλλαγή προσωπικών απόψεων, να προβάλλουν τη διασκέδαση και τη δραστηριότητα που είναι σαν παιχνίδι μάλλον παρά ένα κατάλογο γεγονότων, να βοηθήσουν τους επισκέπτες να γίνουν υπεύθυνοι για ότι οι ίδιοι μαθαίνουν και να υποδαυλίσουν τη δημιουργικότητα και να προκαλέσουν ευκαιρίες να μάθουν παίζοντας (Weinland and Bennet, 1984, Cottfreid, 1980’ Nolins, 1981, Fache, 1982). Παρόμοιους στόχους εξέφρασαν αυτοί που απάντησαν σ’ ένα ερωτηματολόγιο που ο γράφων διένειμε στους μουσειακούς εκπαιδευτές που παρακολούθησαν το συνέδριο της ΝΑΕΑ του 1984.
Η προώθηση εικαστικής αντίληψης/γνώσης, η δημιουργία θετικών συναισθημάτων για την τέχνη και τα μουσεία τέχνης, και η διδασκαλία για την εκτίμηση της τέχνης και το πολιτιστικό περιεχόμενο ήταν οι στόχοι που αναφέρθηκαν περισσότερο. Στην ερώτηση ποιες μέθοδοι/τεχνικές ήταν περισσότερο αποτελεσματικές στη διδασκαλία για την εκτίμηση της τέχνης και της καλλιτεχνικής κληρονομιάς στα μουσεία για τις πρώτες και τις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού καθώς και για το Γυμνάσιο κατά γενική, άποψη ήταν ποικιλία μεικτών τεχνικών, όπως: παιχνίδια στις γκαλερί, αυτοσχεδιασμός, ερώτηση/ανακάλυψη και συζήτηση/διάλογος. Αν και υπάρχουν ομοιότητες στους στόχους εκπαιδευτών μουσείων τέχνης και στους Σκοπούς, τις Αρχές και τις Προδιαγραφές για Σχολικά Προγράμματα Τέχνης, περισσότεροι από ένας συγγραφέας, παρατήρησαν ότι η διδασκαλία τέχνης στο σχολείο έχει κυρίως το χαρακτήρα χειροτεχνικών δραστηριοτήτων και με μεγάλο δισταγμό περιλαμβάνει Ιστορία Τέχνης, κριτική ή το ευρύτερο πολιτιστικό περιεχόμενο της τέχνης (Chapman, 1982’ Lanrer, 1983’ Hashe 1984’ Zimmerman 1984).
Αν η διδασκαλία της τέχνης σκοπεύει να γίνει ένα μέρος του βασικού κορμού της εκπαίδευσης και να προετοιμάσει τους μαθητές για μια μάθηση που θα διαρκέσει όσο ζουν, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις στον τρόπο που εκπαιδεύονται οι δάσκαλοι τέχνης. Ο Chapman (1982) που αποκάλεσε μια τέτοια μεταρρύθμιση το πιο σπουδαίο στοιχείο για τη βελτίωση της τέχνης στα σχολεία, παρατηρεί ότι «οι ικανότητες που απαιτούνται για να διδάξουμε τέχνη στο μη ειδικό κοινό και στους νέους, δεν είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας βαθιάς αφοσίωσης στο εργαστηριακό έργο. Ο ρόλος του δασκάλου δεν είναι εκείνος του δημιουργού τέχνης, αλλά εκείνος του μεταφραστή, του διερμηνέα και του αιώνιου σπουδαστή της τέχνης». Η παρατήρηση του Chapman για το ρόλο του δασκάλου έχει περισσότερα κοινά σημεία μ’ αυτά που κάνουν οι μουσειακοί εκπαιδευτές τέχνης απ’ ότι οι σύγχρονες πρακτικές στις αίθουσες τέχνης των αμερικάνικων σχολείων.
Η «Επιτροπή για Μουσεία για ένα Νέο Αιώνα» επίσης αναγνωρίζει την ανάγκη για μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης του δασκάλου συστήνοντας «η μάθηση η βασισμένη σε αντικείμενα είναι τόσο σημαντικό κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας που κανείς δάσκαλος δεν θα έπρεπε να παραβλέψει τις δυνατότητές της».
Η Επιτροπή πιστεύει ότι η εκπαίδευση των δασκάλων στη χρησιμοποίηση μουσειακών στοιχείων θα έπρεπε να είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσης του δασκάλου.
|