|
|
|
Theodor Adorno: Μια παρουσίαση |
|
|
|
22.09.08 |
Ο Theodor Wiesengrund-Adorno (1903-1969) είναι ένας από τους
σημαντικότερους εκπροσώπους της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης,
δηλαδή των κοινωνιολόγων-φιλοσόφων που είχαν σαν αφετηρία το
Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και που στα έργα τους πήραν κριτική στάση
έναντι του μαρξισμού, χωρίς όμως να είναι αντιμαρξιστές από
αντιδραστική σκοπιά.
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μια προσπάθεια να παρουσιαστούν μερικά σημεία της αισθητικής του θεωρίας που, νομίζω ενδιαφέρουν περισσότερο έναν εικαστικό καλλιτέχνη.
Για το έργο τέχνης:Το έργο τέχνης – και εδώ ο Adorno μιλάει συγκεκριμένα για το εικαστικό έργο τέχνης – είναι ένα σπέρμα ελπίδας για τον Adorno. Σ’ αυτό υπάρχει η ιστορία του ανθρώπου, ως εμπειρία και ως μαρτυρία και σ’ αυτό στηρίζεται η δυνατότητα συνέχειας της ζωής, εφόσον το έργο τέχνης προβάλλει μιαν ουτοπία και προτρέπει να τη φτάσουμε. Φυσικά, «...αν η ουτοπία της τέχνης πραγματοποιούταν, θα ήταν το πρόσκαιρο τέλος της (τέχνης)...». Ερευνώντας το έργο τέχνης, ο Adorno παρατηρεί ότι συμβαίνει κάποια έργα που δεν είχαν πρόθεση να αποτελέσουν έργα τέχνης, μεταμορφώθηκαν σε τέχνη δια μέσου της ιστορίας, ενώ άλλα, έπαψαν αργότερα να θεωρούνται έργα τέχνης. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί αδυναμία της τέχνης, αφού, κατά την άποψη του Adorno, δύναμή της είναι ακριβώς η ικανότητα αλλαγής. Όπως χαρακτηριστικά λέει σ’ έναν από τους αφορισμούς του: «Ή έννοια ενός συντηρητικού έργου τέχνης είναι παράλογη. Τα έργα τέχνης μαρτυρούν πως ο κόσμος μπορεί να γίνει κάτι άλλο».
Αυτό που γοητεύει τον Adorno στο έργο τέχνης, είναι ότι καταργεί τη διάκριση πνευματικής-χειρωνακτικής εργασίας, αφού είναι και τα δυο μαζί. Συγχρόνως όμως, το γεγονός ότι το έργο τέχνης δεν είμαι μόνο έργο τέχνης (αφού είναι, π.χ. και αντικείμενο αγοραπωλησίας, μπαίνει κι αυτό μέσα σε εμπορικές διαδικασίες και υφίσταται τους νόμους της αγοράς) κρύβει και κινδύνους: ερχόμενο να καλύψει μια πρόδηλη κοινωνική ανάγκη, γίνεται επιχείρηση κατευθυνόμενη από το κέρδος. Τότε, χάνει την αυτονομία του που απόκτησε, όταν απέβαλε το λατρευτικό-τελετουργικό χαρακτήρα του, δηλαδή όταν έπαψε να αποτελεί κομμάτι ή σκεύος της θρησκείας (ή της μαγείας).
Ο αινιγματικός χαρακτήρας της τέχνης:Ο Adorno πιστεύει ότι κάθε έργο τέχνης είναι ένα αίνιγμα: λέει κάτι και συγχρόνως το κρύβει. Το αυθεντικό έργο τέχνης προτείνει το ίδιο τη λύση του άλυτου αινίγματός του. Το αίνιγμα, η ερμητικότητα στο έργο τέχνης είναι για τον Adorno μια αυτοπροστασία του, όσο κι αν, ενδεχομένως, το καθιστούν «κοινωνικά ανεπαρκές» αφού δυσκολεύουν την κατανόηση, την επικοινωνία του με τον κόσμο.
Η ερμητικότητα της τέχνης συνδέεται και με το ασυνείδητο της λειτουργίας της: η τέχνη όπως λέει ο Adorno, είναι ασυνείδητη γραφή της ιστορίας. Εμφανίζεται, απλώς, η τέχνη να έχει λύσει το αίνιγμα της ύπαρξης. Όποτε, όμως, «στο όνομα μιας αλήθειας...», προχωρεί περισσότερο από την ίδια της την εμπειρία, «τιμωρείται» με το να γίνεται «λιγότερο» τέχνη.
Η τέχνη ως επανάστασηΕπειδή ακριβώς η τέχνη αρνείται την πραγματικότητα, προβάλλει αυτό που «θα μπορούσε να είναι» κι όχι αυτό που είναι, αποτελεί μια διαμαρτυρία. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Adorno «...Η τέχνη, απέχοντας από την Πράξη, γίνεται το προσχέδιο μιας κοινωνικής Πράξης...», γίνεται δηλαδή το μηδέποτε συντελεσθέν, άρα το μόνο που μπορεί να γίνει ακόμα. Γι’ αυτό και η τελείωση, η ολοκλήρωση, είναι έννοιες ασυμβίβαστες με την έννοια της τέχνης που ζητά το διαρκώς γίγνεσθαι, την αδιάκοπη πορεία, την εξέλιξη, το μετασχηματισμό.
Η τέχνη είναι απελευθερωτική, διότι μέσα στην απελευθέρωση της φόρμας που επιδιώκει, καταγράφει την απελευθέρωση της κοινωνίας.

Η τέχνη είναι απελευθερωτική, διότι μέσα στην απελευθέρωση της φόρμας που επιδιώκει, καταγράφει την απελευθέρωση της κοινωνίας.
Για το λόγο αυτό, κάθε κατεστημένο ενοχλείται από την προωθημένη φόρμα. Όμως η τέχνη δεν είναι «ψευδαίσθηση μιας καλύτερης ζωής», όπως προσπαθούν να την παρουσιάσουν για να την κάνουν ανώδυνη. Η τέχνη βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπειρική πραγματικότητα κι έτσι μόνο αποκτά την αυτονομία της. Ενώ, δηλαδή, η πραγματικότητα πραγματοποιεί, η τέχνη εκφράζει το μη εφικτό, το μη πραγματοποιημένο.
Κι αν η πραγματικότητα δημιουργεί τη συνείδηση, η τέχνη μπορεί ν’ αλλάξει τη συνείδηση, να τροποποιήσει τα «δεδομένα», κι έτσι να αποτελέσει αυτή και μόνο αυτή την υπόσχεση ελευθερίας που φέρει μέσα της κάθε αληθινή επανάσταση.
Σ.Σ. Όλα τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του T.W. Adorno: Αισθητική Θεωρία, τη γαλλική του έκδοση (Μετάφραση: Marc Jimeneth, εκδόσεις Viliensieck).
ΑΛΙΚΗ ΤΖΕΝ Ζωγράφος-εκπαιδευτικός, υπότροφος ΙΚΥ
|
|