|
|
|
Τι χρώμα έχει το χαμόγελο σου; |
|
|
|
22.09.08 |
Φαίνεται συχνά, ότι το πιο έντονο οπτικό ερέθισμα στον κόσμο των
παιδιών, είναι μια κινούμενη φιγούρα σε μια οθόνη τηλεόρασης. Φυσικά τα
παιδιά μοιάζουν και ταιριάζουν πιο πολύ μ’ αυτήν την κινούμενη εικόνα
με τις στητές, σιωπηλές φιγούρες στους τοίχους ενός μουσείου
ανταποκρίνονται αυθόρμητα στο σινεμά και στην T.V., αλλά για να «δουν»
πίνακες πρέπει να εκπαιδευτούν.
Η απαγορευτική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία τα περισσότερα παιδιά γνωρίζουν τις εικαστικές τέχνες δε συμβάλλει σε μια θετική εμπειρία. Τους λένε ξεκάθαρα να κοιτάζουν αλλά να ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΟΥΝ.
Την άνοιξη του 1983, η Εταιρεία των Firelands για τις Εικαστικές Τέχνες (FAVA Όμπερλιν, ΟΧΑΪΟ), έστειλε ένα πρόγραμμα (τι χρώμα έχει το χαμόγελο σου;) σχεδιασμένο να κάνει τις ζωγραφικές φιγούρες πιο εύκολες, για τα παιδιά σε είκοσι τέσσερα Δημοτικά σχολεία. Η ιδέα του προγράμματος ήταν να ενεργοποιήσει και τις πέντε αισθήσεις, όχι μόνο την όραση, στην αισθητική απόλαυση. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τρία στάδια: Προπαρασκευαστικές ασκήσεις αισθήσεων, κατευθυνόμενες από το δάσκαλο (του σχολείου), μια συνάντηση μ’ ένα σύμβουλο της FAVA, ένα εγχειρίδιο για το σπίτι και ασκήσεις μετά το πρόγραμμα. Οι προπαρασκευαστικές ασκήσεις επεδίωκαν να κάνουν τα παιδιά να νιώσουν πιο πολύ τις αισθήσεις τους, με ασκήσεις όπως «το παιχνίδι της οσμής».
Τα παιδιά συγκέντρωσαν -βότανα, χόρτα, μπαχάρια, ξεραμένα φρούτα και πέταλα λουλουδιών, τοποθετώντας το κάθε είδος σε ξεχωριστό δοχείο - καθώς περνούσαν από τα δοχεία προσπαθούσαν να σχηματίσουν την εικόνα του αντικειμένου από την οσμή του. Στη συζήτηση που ακολούθησε αναφέρθηκαν οι πιο αγαπητές και οι λιγότερο αγαπητές μυρωδιές, καθώς και η επίδραση της μυρωδιάς στην αντίληψη. Τι θα γινόταν αν ένα τριαντάφυλλο μύριζε σαν κλούβιο αυγό; Τα παιδιά ζωγράφισαν τότε εικόνες για να δείξουν πως θα ήταν ο κόσμος αν οι αναμενόμενες σχέσεις μεταξύ των οσμών και της προέλευσής τους άλλαζαν. Το πρώτο μέρος σκέψης του συμβούλου της FAVA καλλιέργησε τη συνειδητοποίηση από τα παιδιά του εαυτού τους και του περιβάλλοντος. Τους ζητήθηκε να συγκεντρωθούν σε κάθε μια από τις αισθήσεις τους χωριστά κλείνοντας τα μάτια, άκουγαν τις ανάσες τους και την καρδιά τους να χτυπάει. Πήραν μια βαθειά εισπνοή και μύρισαν την άνοιξη στον αέρα: άγγιξαν τα ρούχα τους και το δέρμα τους για να συγκρίνουν την υφή τους. Ο σύμβουλος τους ζήτησε να γλύψουν το δέρμα τους για να δουν αν ήταν αλμυρό. Τέλος, τα παιδιά άνοιξαν τα μάτια τους και κοίταζαν προσεκτικά τα χέρια τους, ψάχνοντας για λεπτομέρειες στην υφή και στο χρώμα.
Από τη σφαίρα της αισθητηριακής συνειδητοποίησης, ο σύμβουλος μεταφέρθηκε στην αισθητηριακή φαντασία. Ακολουθώντας το παράδειγμά του, τα παιδιά μετέτρεψαν τους τοίχους της τάξης σε σοκολάτες, τις φωτιστικές συσκευές σε σύννεφα, τα δάπεδα σε ωκεανούς, το δάσκαλο σε χωνάκι παγωτό, όλα με τη φαντασία τους. (Αυτή η άσκηση είναι έμπνευση του DeMille, 1973). Άλλη άσκηση είχε να κάνει με αντιστοιχίες χρωμάτων και άλλων αισθήσεων, τα παιδιά πρότειναν το νερό να είναι μπλε-ηλεκτρίκ, μια πιστολιά να είναι φωτεινό κόκκινο και ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο να είναι μια λωρίδα ζωηρού κίτρινου.
Μ’ αυτήν την αισθητηριακή αφύπνιση τα παιδιά στράφηκαν στη ζωγραφική. Ρεπροντιξιόν πέντε ή έξι πινάκων από πιστές αναπαραστάσεις όπως του Grant Wood «Ιππασία με τον Πώλ Ριβήρ» (1931) μέχρι περισσότερο αφηρημένα έργα, όπως του Χουάν Μιρό η Καθισμένη Γυναίκα αριθμός 1 (1938), ήταν κρεμασμένα στην αίθουσα. Από τα παιδιά ζητήθηκε να φανταστούν ότι είναι μέσα σ’ ένα από αυτά τα έργα, ο σύμβουλος έθεσε ερωτήματα, ενθαρρύνοντας τα παιδιά να τα απαντήσουν με παντομίμα, καθώς και με λόγια: Σε ποιο σημείο της εικόνας βρίσκεσαι; τι κάνεις; Είσαι μόνος; Είναι μέρα ή νύχτα; Ζέστη ή κρύο; χειμώνας ή καλοκαίρι; Είσαι τώρα ή πολύ παλιά; Τι φοράς; Τι ήχους, μυρωδιές, γεύσεις, υφές, υπάρχουν μέσα στο έργο; Συλλαμβάνοντας έτσι το έργο σαν περιβάλλον παρά σαν απλή εικόνα, μπόρεσαν να μπουν σ’ αυτό σωματικά, με τις αισθήσεις τους.
Στην τελευταία φάση της επίσκεψης του συμβούλου στην τάξη, τα παιδιά έφτιαξαν δικές τους ζωγραφιές.
Καθώς ο σύμβουλος διηγείτο μια ιστορία γεμάτη αισθητηριακές λεπτομέρειες (π.χ. ένας περίπατος στο δάσος) τα παιδιά έκλειναν τα μάτια και μεταφερόντουσαν στο χώρο της περιγραφής. Μετά έδειχναν την εμπειρία τους με έργα ζωγραφικής. Εκτός από αυτές τις συναντήσεις στο σχολείο, κάθε παιδί πήρε κι ένα φυλλάδιο για εργασία στο σπίτι. Κάθε σελίδα αντιπροσώπευε μια φανταστική ή και μια αισθητηριακή άσκηση και άφηνε χώρο για αντίστοιχο ζωγράφισμα: Οσμή: Οι μυρωδιές της φωτιάς είναι καπνισμένες και καυτές. Πώς σε κάνουν να αισθάνεσαι; Ζωγράφισέ μου σχήματα και χρώματα για να μου δείξεις. Ο σύμβουλος επίσης άφησε έναν κατάλογο με υποδείξεις μελλοντικών εργασιών για κάθε δάσκαλο.
Οι ασκήσεις περιλάμβαναν κατασκευή κολλάζ με διαφορετικές υφές, ζωγραφιές, με βελούδο, άμμο, φτερά και άλλα υλικά με έντονη υφή, έτσι ώστε να αγγίζονται και να βλέπονται συγχρόνως.
Ο σκοπός του προγράμματος FAVA ήταν να δείξει, όπως θα έλεγε ο Καντίνσκυ, ότι τη ζωγραφική δεν τη νιώθουμε μόνο με τα μάτια, ότι κάθε πίνακας είναι ένα φανταστικό τοπίο που εκτός απ’ τις εικόνες έχει τους δικούς του ήχους, γεύσεις, μυρωδιές, υφές. Στους αναπαραστατικούς πίνακες, αυτές οι μη-οπτικές εντυπώσεις μπορεί να προκληθούν με την αναγνώριση και τους συνειρμούς που φέρνουν τα αντικείμενα, οι άνθρωποι, και οι τόποι που έχουν ζωγραφιστεί. Αλλά ακόμα και μη συγκεκριμένα έργα, εκπέμπουν ήχους, γεύση, απτική αίσθηση και οσμή μέσω του χρώματος, της υφής και της σύνθεσης, αν ο θεατής έχει ευαισθητοποιηθεί σ’ αυτά τα στοιχεία της φόρμας και τις σχέσεις τους. Όπως υπάρχει το κάτι παραπάνω σε μία εμπειρία μ’ έναν πίνακα από το απλό κοίταγμα, πρέπει να υπάρχει και στο πως αντιδρούμε σ’ έναν πίνακα κάτι παραπάνω από σκέτα λόγια. Δηλαδή το τραγούδι, η κίνηση, η παντομίμα, ο αυτοσχεδιασμός, και τα εικαστικά μέσα, προσφέρουν όλα διάφορους τρόπους (προσέγγισης) σε κάποια αισθητική εμπειρία.
Σε τελευταία ανάλυση η εμπειρία του να βλέπεις έναν πίνακα πρέπει να είναι πιο συναρπαστική από το να κοιτάζεις T.V. Ακριβώς γιατί, στο παιδί προσφέρεται η ελευθερία να δει, να γευθεί, να μυρίσει, να ακούσει – ακόμα και να αγγίξει – με οποιονδήποτε τρόπο θέλει. Τα μόνα όρια στην αντίληψη και στην ανταπόκριση είναι εκείνα της φαντασίας. Η εικόνα δεν μπορεί να κινηθεί, αλλά μπορεί να κινήσει εμάς και μπορούμε κι εμείς φανταστικά να κυκλοφορούμε μέσα σ’ αυτήν.
Deanna Sirlin and Melanie Margolis, What Color Is Your Smile?, Art Education, Vol. 38, No. 4 (July 1985), pp. 40-42 Μετάφραση: Λεμονιά Στρατάρα
|
|