|
Εισαγωγή στον οπτικό διάλογο |
|
|
|
26.09.08 |
Με αυτήν την εισήγηση θα προσπαθήσω να συμβάλω κι εγώ στο προβληματισμό
που αναπτύσσεται γύρω από τις μεθόδους διδασκαλίας που μέχρι τώρα
γνωρίζω πως εφαρμόζουμε, αλλά και στο ποιος είναι ο πιο κύριος στόχος
αυτού του μαθήματος, πού οδηγεί αυτή η διδασκαλία.
Πέρα από την ανάπτυξη της ικανότητας εκτίμησης των ωραίων πραγμάτων και της έκφρασης του παιδιού, πιστεύω ότι κύριος στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη της παρατήρησης, δηλαδή το κοιτάζω, καταλαβαίνω και στη συνέχεια εκφράζω, που καθορίζει την προσωπική σχέση μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντος.
Ποια είναι λοιπόν η πιο κατάλληλη μέθοδος προς αυτήν την κατεύθυνση;
Πως διαμορφώνεται και καλλιεργείται η αισθητική αντίληψη;
Με το να εισάγουμε τα παιδιά σε μια μέθοδο παραγωγής μορφών, μέσω της διδασκαλίας της Ιστορίας της Τέχνης, αυτά και μόνο δεν ωφελούν, δεν θα μπορούσαν πιστεύω να κάνουν τα παιδιά να κατανοήσουν το γύρω τους κόσμο και να τον αναλύσουν που είναι δηλαδή το πιο κύριο κανάλι για να βρουν ακόμα και την εικαστική τους διέξοδο και να γίνουν κριτικοί δέκτες σ’ όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω τους.
Αυτά τα λέω παίρνοντας σαν δεδομένο στη σημερινή κατάσταση, ότι μόνο μέσα από την καλλιτεχνική εκπαίδευση κατάλληλα προσαρμοσμένη μπορεί να γίνει το παιδί κριτικός δέκτης του καθημερινού βομβαρδισμού από τη σημερινή κοινωνία της εικόνας και να αυτοκαθοριστεί στη σημερινή πραγματικότητα. Βέβαια αν και μεγάλο μέρος των καλλιτεχνικών είναι η παραγωγή μορφών δεν πρέπει να εξαντλείται σ’ αυτόν το τομέα αλλά να εισάγει και το σύνολο του σύγχρονου οπτικού περιβάλλοντος – πολεοδομία – αρχιτεκτονική – φαινόμενα επικοινωνίας – καθώς επίσης να βοηθάει το παιδί να ανακαλύψει τη συναισθηματική έκφραση στις τέχνες πέρα από την απλή παραγωγή ενός σχεδίου. Στην Ιστορία Τέχνης ένας στόχος θα πρέπει να είναι πως θα κάνουμε τα παιδιά να πλησιάσουν, να κατανοήσουν και να είναι σε θέση να παρακολουθούν την εξέλιξη της τέχνης, να καταλάβουν ότι η τέχνη είναι η οπτική ιστορία των σχέσεων μεταξύ ανθρώπου-εκκλησίας-κοινωνίας και ζωής. Πρέπει να προσπαθήσουμε να σπάσουμε το φράγμα της προκατάληψης που υπάρχει για το ωραίο στα παιδιά – και όχι μόνο σ’ αυτά – για να προχωρήσουν στην εκτίμηση της τέχνης να ξεπεράσουν τα καθιερωμένα στάνταρ που έχουν δημιουργηθεί ώστε να μπορέσουν ν’ ανταποκριθούν και σ’ ένα έργο τέχνης ανεικονικό. Πρέπει να δοθεί στα παιδιά η αίσθηση της ικανότητας ότι μπορούν να συνδιαλαγούν μ’ ένα έργο τέχνης χωρίς την ανάγκη ενός τρίτου που θα του πει πως να το κοιτάζει, γιατί να το κοιτάζει και τι σημαίνει. Η απουσία μεθόδων επιτείνει την αίσθηση στα παιδιά ότι η τέχνη δεν έχει νόημα αυτή καθ’ αυτή αλλά βρίσκει νόημα στα μάτια των ενηλίκων.
Άρα η αναγκαιότητα νέων μεθόδων που θα στοχεύουν στην ανάπτυξη της αντιληπτικής ικανότητας του παιδιού είναι απαραίτητη.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι από τους κύριους στόχους της εκπαίδευσης είναι να κάνει ικανούς τους μαθητές να λαμβάνουν και ν’ αναλύουν τα μηνύματα της σύγχρονης κοινωνίας, ενισχύοντας μ’ αυτό το τρόπο την αλληλεπίδραση μεταξύ σχολικής κοινότητας και περιβάλλοντος. Πιστεύω λοιπόν ότι όλα αυτά τα μηνύματα της μαζικής επικοινωνίας μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε στην καλλιτεχνική εκπαίδευση καθώς επίσης επεξεργασμένα στην αισθητική διαμόρφωση των παιδιών. Ξεκινώντας από την ανάλυση αυτών των μηνυμάτων που συναντάμε καθημερινά είναι μια καλή αρχή για να προχωρήσουμε στη μοντέρνα τέχνη αρχικά και να συνεχίσουμε ιστορικά προς τα πίσω.
Πρώτα απ’ όλα λοιπόν η ανάπτυξη στους μαθητές της έννοιας της επικοινωνίας με την πραγματικότητα και την αισθητική ευαισθησία, οι οποίες πρέπει να βρίσκονται σε μια ποιοτική επαφή με τον κόσμο και το άτομο. Όλα αυτά βέβαια δεν νομίζω ότι είναι απλά χρειάζεται μια αναθεώρηση των διδακτικών μεθόδων.
Και εγώ αισθάνομαι σαν να πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή.
Μπορώ να πω ότι είμαι πολύ ικανοποιημένη από τ’ αποτελέσματα που είχα στις υποδείξεις των τεχνικών μέσων της σύνθεσης κτλ., όμως το πρόβλημα που μπαίνει είναι – και μετά;
Όταν ο μαθητής έχει διδαχτεί τρία χρόνια καλλιτεχνικά και φεύγει από το Γυμνάσιο τι του έχει μείνει; Νομίζω κύρια η αίσθηση ότι μπόρεσε κι αυτός να φτιάξει καλά σχέδια, ότι έμαθε να χρησιμοποιεί σωστά τα χρώματα και άκουσε λίγο ιστορία. Μα αυτό το αποτέλεσμα θέλουμε να έχουμε ουσιαστικά;
Υπάρχει πιστεύω ένα κενό που νοιώθει και ο μαθητής και ο καθηγητής μέσα σ’ αυτήν τη διαδικασία. Νομίζω λοιπόν πως μια μέθοδος που θα κάνει πρώτα απ’ όλα εμάς ν’ ασχοληθούμε συστηματικά με το περιβάλλον, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας – διαφήμιση – σύμβολα – σήματα και μια κατ’ αρχή ανάλυση αυτών των επικοινωνιακών φαινόμενων, θα κάνει πολύ πιο εύκολη την προσέγγιση των παιδιών στην τέχνη, γιατί είναι φαινόμενα που τα παιδιά ζούνε σε κάθε τους βήμα, είναι φαινόμενα που επηρεάζουν καθοριστικά την ψυχολογία τους και την αισθητική τους διαμόρφωση.
Κρίνοντας απαραίτητη την ανάπτυξη της ικανότητας παρατήρησης του παιδιού και διαπιστώνοντας την αδυναμία του μαθήματός μας να φτάσει στο κατά τη γνώμη μου επιθυμητό αποτέλεσμα που είναι η διαμόρφωση ατόμων με κριτική ικανότητα, θα ήθελα να κάνω μια πρόταση μέσα στα πλαίσια που κινείται το μάθημά μας.
Δηλαδή σ’ αυτόν τον περιορισμένο χρόνο, μία ώρα διδασκαλία τη βδομάδα σε κάθε τάξη, που μέχρι σήμερα αναγκάζει τους περισσότερους από μας να κάνουμε μια επιλογή ανάμεσα στην έκφραση του παιδιού και τη γνώση, νομίζω πως θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε το λόγο με την έκφραση, διαθέτοντας σε κάθε μάθημα 15 λεπτά της ώρας διδάσκοντας συγκεκριμένα θέματα που αναπτύσσουν την κρίση μέσω των συμβόλων της καθημερινότητας και τον υπόλοιπο χρόνο να τον αφιερώνουμε με τις μεθόδους προσανατολισμού έκφρασης των παιδιών.
Μια τέτοια μεθόδευση πιστεύω ότι θ’ αυξήσει και το ενδιαφέρον των παιδιών για το μάθημα.
Με λίγα λόγια σ’ αυτή τη κοινωνία που κυριαρχεί η εικόνα να κάνουμε ικανά τα παιδιά να κατανοήσουν την οπτική γλώσσα, όπου αυτό θα τα βοηθήσει ν’ αναπτύξουν την ικανότητα να διαβάσουν τη δομή του μηνύματος και την ερμηνεία του με σκοπό την κατανόηση του νοήματός του, επίσης να είναι σε θέση να φτιάχνουν μηνύματα κατάλληλα γι’ αυτό που θέλουν να μεταδώσουν.
Τα παραπάνω πιστεύω ότι μπορούν να επιτευχθούν εισάγοντας ορισμένα απλά στοιχεία σημειολογίας με στόχο να καταλάβουν την ύπαρξη των κωδίκων επικοινωνίας από τους πιο απλούς και άμεσους π.χ. τα σήματα της τροχαίας – ως τους πιο σύνθετους και περίπλοκους που πιστεύω ότι είναι οι κώδικες της τέχνης.
ΣΤΕΛΛΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ 9ο Γυμνάσιο Περιστερίου
|