|
Σελίδα 1 από 3
Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων που εργάζονται στο χώρο της
καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Την πρώτη την ονομάζω ομάδα καθηγητών. Είναι
αυτοί που πραγματικά διδάσκουν παιδιά σε κάποιο υπαρκτό σχολείο, το
οποίο μπορεί να περιλαμβάνει πολυπληθείς τάξεις με όλες τις ελλείψεις
μέσων και χώρων διδασκαλίας.
Η άλλη κατηγορία είναι οι εκπαιδευτές τέχνης των πανεπιστημίων. Αυτή η κατηγορία τείνει να βλέπει τα παιδιά ποσοτικά και ποιοτικά αφηρημένα, και τα χρησιμοποιεί σαν αντικείμενα των θεωριών της και των ερευνών της. Η αφαιρετική αντιμετώπιση των παιδιών ενισχύεται από το γεγονός ότι τα ονόματα αντικαθίστανται από νούμερα. Η μοναδικότητα ενός παιδιού δεν είναι στις πρωταρχικές αναζητήσεις αυτών, των ανθρώπων. Αυτή η αντίληψη τείνει συνεχώς να δείξει και να θεωρήσει το παιδί σαν μικρό-ενήλικα. Αυτή η τάση των πανεπιστημιακών καθηγητών, να θεωρούνται τα παιδιά σαν μικροί ενήλικες, αντανακλάται στα βιβλία τους και τα άρθρα που γράφουν, υποδεικνύοντας στους δασκάλους - καθηγητές πώς να διδάξουν τέχνη στα σχολεία. Είναι δε αυτή η ομάδα των πανεπιστημιακών καθηγητών, που μέσω των διαλέξεων και των άρθρων της, καθοδηγεί τις τάσεις στην καλλιτεχνική εκπαίδευση.
Αυτές οι τάσεις οι οποίες προωθήθηκαν από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές από τις αρχές του '70, αφορούν την άποψη ότι η ορθότερη διδασκαλία της τέχνης είναι μέσω της κριτικής της. Εννοείται δηλαδή, ότι ο καθηγητής τέχνης θα 'πρεπε να δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο να μιλάει γι’ αυτήν από το να τη θέτει σε εφαρμογή, Βάζοντας τα παιδιά να περιγράφουν, να αναλύουν, να ερμηνεύουν και να κριτικάρουν έργα τέχνης. Αυτό το μοντέλο - που για τους μεγάλους είναι αρκετά βολικό - είναι ένα θαυμάσιο παράδειγμα της λογικής των μεγάλων, και γι’ αυτό το λόγο αμφισβητώ τη χρησιμότητά του στα παιδιά.
Ένα πράγμα, που η εκπαιδευτική έρευνα απέδειξε τα τελευταία διακόσια χρόνια, είναι ότι τα παιδιά δεν είναι μικροί-ώριμοι. Μαθαίνουν με τρόπους μοναδικούς και αποκλειστικούς στα παιδιά, ενεργά, κάνοντας και όχι παθητικά, ακούγοντας. Το μοντέλο των μεγάλων, της περιγραφής, ανάλυσης, εξήγησης και κριτικής είναι μια παθητική μορφή κριτικής της τέχνης. Το παιδί, που δεν ασχολείται ενεργά στη δημιουργία της τέχνης, γίνεται ένας παθητικός παρατηρητής. Ακόμα κι αν υπάρχουν «δραστηριότητες» του τύπου «ας βρούμε όλα τα κόκκινα σχήματα μέσα στον πίνακα».
Το παιδί παίρνει ξεκάθαρα το μήνυμα ότι το να αντιδράς - να ανταποκρίνεσαι στην τέχνη, και το να κάνεις τέχνη είναι ξεχωριστά γεγονότα, και ότι τέχνη είναι κάτι που έκανε κάποιος άλλος.
Τα προγράμματα των μουσείων είναι κατεξοχήν υπεύθυνα γι’ αυτήν τη μεθοδολογία. Τα παιδιά πρώτα επισκέπτονται την έκθεση τέχνης, όπου παρακολουθούν μια διάλεξη για κάποιο έργο και κατευθύνονται να συζητήσουν πάνω σ’ αυτό μ’ έναν προκαθορισμένο τρόπο, και κατόπιν, αφού φύγουν από το χώρο της έκθεσης, τους δίδεται ένα είδος δραστηριότητας «σχετικής» με ό,τι είδαν και άκουσαν.
Η μεγαλύτερη ανησυχία μου είναι ότι σύμφωνα με την άποψη αυτή, δε γίνεται κριτική των έργων στις τάξεις όπου η δημιουργική τέχνη είναι ο κυριότερος στόχος, και ακόμα ότι η δημιουργία στην τέχνη και η κριτική της μπορούν να διαχωριστούν. Αυτό μοιάζει με την αμφισβητούμενη άποψη ότι η γραμμή είναι ξέχωρη από το σχήμα, η φόρμα είναι ξέχωρη από την υφή και λοιπά.
Σύμφυτος με την πράξη της δημιουργίας είναι ο εσωτερικός διάλογος μεταξύ του καλλιτέχνη και του έργου τέχνης, που συμπεριλαμβάνει τα έργα άλλων καλλιτεχνών καθ’ όλη την έκταση της ιστορίας, σαν σε μια μεγάλη οικογένεια. Αυτό είναι πραγματικότητα τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους. Έχουμε όλοι παρατηρήσει με πόσο ενδιαφέρον και ένταση εργάζονται τα παιδιά πάνω σ’ ένα έργο τέχνης. Συνεχώς διορθώνουν, σβήνουν, αποφασίζουν, και έχουν επίσης γνώμη για τα έργα των άλλων παιδιών και των εικόνων των κοινών MEDIA. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η δημιουργία στην τέχνη και η κριτική σκέψη είναι αδιάσπαστα μέρη ενός όλου, είναι ενεργά στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν θετικά για τη γένεση περισσότερης τέχνης.
Μέσα από τις πανεπιστημιακές ομάδες εργασίας προκύπτει ένας παθητικός τρόπος διδασκαλίας, επικεντρωμένος στην κριτική της τέχνης, που φανερώνει τεράστια απλοϊκότητα και έλλειψη γνώσης της πραγματικότητας που υπάρχει στην αίθουσα διδασκαλίας. Υπάρχουν πολλά παιδιά που το λεξιλόγιό τους είναι περιορισμένο. Γι’ αυτά τα παιδιά το να μιλούν αφηρημένα και γενικά για την τέχνη είναι αστείο. Η τέχνη μεσολαβεί μεταξύ της προφορικής και της μη-προφορικής επικοινωνίας. Η διδασκαλική μου εμπειρία σε παιδιά απέδειξε ότι η μη-προφορική μάθηση προηγείται της προφορικής, και όχι το αντίθετο.
Τα παιδιά, που αφοσιώνονται στην πράξη της τέχνης, δεν πλήττουν και δε δημιουργούν προβλήματα πειθαρχίας. Και από τη στιγμή που τα παιδιά αποκτούν δεξιοτεχνία με τα υλικά τους, συνδέονται με όλους τους καλλιτέχνες του παρελθόντος και του μέλλοντος.
To παιδί που συνειδητά χρησιμοποιεί κόκκινο χρώμα σ’ ένα έργο του, μπορεί να παρακολουθήσει στα έργα άλλων καλλιτεχνών πως χρησιμοποίησαν το ίδιο χρώμα και να μάθει από αυτούς. Το παιδί κερδίζει κριτικές εμπειρίες όχι σαν παθητικός παρατηρητής, αλλά σαν ενεργός συμμέτοχος.
|