|
Η αναδιάρθρωση και ίδρυση νέων τμημάτων στην ΑΣΚΤ |
|
|
|
25.02.09 |
|
Σελίδα 2 από 3
Εμείς εκτιμούμε απεριόριστα το ρόλο που διαδραματίζει η βαθύτερη γνώση της Ιστορίας της Τέχνης και βλέπουμε επίσης την επίδραση που ασκούν στην ίδια την εικαστική πρακτική οι διάφορες επιστημονικές, φιλοσοφικές, φιλολογικές κ.λπ.
αντιλήψεις, μελέτες και έρευνες γύρω από την Τέχνη. Το να τις διδάσκονται οι σπουδαστές των εικαστικών τεχνών σαν θεωρητικά μαθήματα, αυτό είναι χρήσιμο, γίνονταν ανέκαθεν στην ΑΣΚΤ και θα μπορούσε να γίνουν στο μέλλον στον τομέα αυτόν παραπέρα σημαντικές βελτιώσεις. Άλλο όμως είναι αυτό το ζήτημα και τελείως διαφορετικό το να υποκατασταθούν οι εικαστικές από τις θεωρητικές σπουδές και να αντιστραφούν οι όροι, όπως προτείνει τώρα η ΑΣΚΤ. Η πρόταση της ΑΣΚΤ δεν έχει στόχο να διαμορφώσει εικαστικούς καλλιτέχνες με θεωρητική εμβάθυνση στο αντικείμενο της δουλειάς τους αλλά το αντίστροφο, «θεωρητικούς», πρακτικά «φιλόλογους», με κάποιο επίχρισμα εικαστικών σπουδών. Αν κάτι τέτοιο θα ανεβάσει π.χ. το επίπεδο της «κριτικής», όπως φαίνεται να προσδοκά η πρόταση της ΑΣΚΤ, ή αν αντίθετα θα έδινε μελλοντικά μια επίφαση εγκυρότητας στην «κριτική» παραφιλολογία, που ανθεί σε βάρος της Τέχνης, ας μην το σχολιάσουμε τώρα. Το σίγουρο κατά τη γνώμη μας είναι πως ο ρόλος του παραγωγού τέτοιου είδους «θεωρητικών» δεν μπορεί να ανήκει σε μια σχολή που θα ήθελε να παραμείνει «Σχολή Καλών Τεχνών». Πολύ περισσότερο όταν αυτή η σχολή είναι το βασικό (κι ως χθες που ιδρύθηκε το Εικαστικό Τμήμα στη Θεσσαλονίκη ήταν και το μοναδικό) κέντρο καλλιτεχνικών σπουδών στη χώρα μας.
Όσο για τους εκπαιδευτικούς τέχνης θεωρούμε εντελώς εσφαλμένη την ιδέα ότι μπορεί να εκπληρώσουν σωστά το ρόλο τους αν προέρχονται από μια σχολή όπου κυριαρχούν οι θεωρητικές σπουδές. Καμιά θεωρία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση εμπειρία της καλλιτεχνικής πρακτικής και δεν μπορεί γι’ αυτό να είναι κάποιος σωστός «εκπαιδευτικός τέχνης», όταν ο ίδιος είναι εικαστικά απαίδευτος. Η πρόταση της ΑΣΚΤ για τον εκπαιδευτικό τέχνης παίρνει εκλεκτικά κάποια στοιχεία από ξένα πρότυπα που τα συνθέτει κατά βούληση και τα εντάσσει εδώ σ’ έναν προσανατολισμό λαθεμένο από την αφετηρία του. Αξίζει να υπογραμμίσουμε και την εξής παράδοξη αντίληψη που διαπνέει την πρόταση της ΑΣΚΤ. Την αντίληψη που θεωρεί ότι μόνο ο απόφοιτος του τμήματος θεωρητικών σπουδών θα μπορεί να διδάξει την Τέχνη στις διάφορες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ενώ κάτι τέτοιο δεν θα μπορεί να το κάνει ένας απόφοιτος του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών! Βλέπουμε έτσι μια μεγάλη παρανόηση των αναγκών της εκπαίδευσης Τέχνης, αλλά και τον κίνδυνο για ένα κλείσιμο των δυνατοτήτων πρόσβασης των εικαστικών καλλιτεχνών στην εκπαίδευση.
Από την άλλη μεριά η πρόταση δημιουργίας τμήματος «Βιομηχανικού Σχεδιασμού» δε φαίνεται επίσης να έχει διαμορφωθεί πάνω σε μια αληθινά τεκμηριωμένη και θεμελιωμένη μελέτη της ελληνικής πραγματικότητας και των αναγκών και δυνατοτήτων που υπάρχουν.
Πολλά ερωτηματικά διατυπώνονται εδώ για το αν είναι αναγκαία σήμερα η ίδρυση τέτοιας σχολής γενικά, αν καλύπτεται και ως ποιο βαθμό το αντικείμενό της από άλλες σχολές, αν πρέπει μια τέτοια σχολή να προκύψει με αντίτιμο το κομμάτιασμα της ΑΣΚΤ και την αλλαγή της φυσιογνωμίας της, αν επιτρέπεται να αποξενωθεί ο σπουδαστής των εικαστικών τεχνών με τον κάθετο διαχωρισμό της ΑΣΚΤ από τις εφαρμογές των εικαστικών τεχνών κ.ά.
Συνολικά παρμένη η πρόταση της ΑΣΚΤ είναι όχι τόσο το αποτέλεσμα μελέτης για την αντιμετώπιση προβλημάτων που υπάρχουν, αλλά μάλλον το προϊόν μιας αντίληψης που είχε από παλιά έδαφος στην ΑΣΚΤ και τώρα έχει βρει έδαφος ακόμα περισσότερο, ότι τάχα υπάρχει «πληθωρισμός» εικαστικών καλλιτεχνών. Έτσι, επειδή υποτίθεται χρειάζονται και μπορεί να επιβιώσουν στις «καθαρές» τέχνες λίγοι, γι’ αυτό πρέπει να στρέψουμε τους πολλούς σε άλλες κατευθύνσεις, να γίνουν δηλαδή «ντιζάινερς» και «θεωρητικοί».
Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι η πρόταση της ΑΣΚΤ δεν «συμπληρώνει» τις εικαστικές σπουδές, αλλά περισσότερο σημαίνει τον τεμαχισμό της ΑΣΚΤ σε τρεις διαφορετικές «σχολές», που θα παρέχουν ξεχωριστό πτυχίο. Επιφανειακά διευρύνει και εμπλουτίζει τις σπουδές αλλά στην πράξη, σε σημαντικό βαθμό, υποκαθιστά τις καλλιτεχνικές σπουδές μ’ ένα άλλο είδος σπουδών. Το Τμήμα Εικαστικών Τεχνών που υπολογίζεται να «καθαρθεί» έτσι από τους «πολλούς», θα φυτοζωεί σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο. Στην πραγματικότητα το «μοντέλο» που προτείνεται από την ΑΣΚΤ για τον τεμαχισμό της σε τρία διαφορετικά τμήματα όχι μόνο θα συρρικνώσει σημαντικά το δυναμικό των εικαστικών σπουδαστών, αλλά και θα αποδυναμώσει και θα αφυδατώσει τις σπουδές των «καθαρών» εικαστικών τεχνών τόσο στον τομέα της θεωρίας όσο και στον τομέα των εφαρμογών τους.
|