|
Σελίδα 3 από 4
Αυτή είναι η Θεωρία της Τέχνης που ενδιαφέρει τον καλλιτέχνη, και οι μεγάλοι θεωρητικοί του δάσκαλοι είναι οι καλλιτέχνες που τη θέση τους απέναντι στα προβλήματα της τέχνης τους δεν εξέφρασαν μόνο μέσα από το καλλιτεχνικό τους έργο αλλά και μέσα από το γραπτό λόγο. Σαν παράδειγμα αναφέρω συνοπτικά τους: Ντελωναί, Πιέρρο ντελλα Φραντζέσκα, Πουσσέν, Ντύρερ, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Σερά, Σινιάκ, Κλέε, Καντίνσκυ, Τάτλιν, Μάλεβιτς, Ρούμπενς, Μόντριαν, Ίττεν, Μωρίς Ντενί, Ρούγκε, Σεζάν, Γκαίτε, Μποτσιόνι, Βιτρούβιο, Μπρουνελέσκι, Λε Κορμπυζιέ, Αλμπέρτι, Φρανκ, Λόυντ Ράιτ, Μις Βαν ντε ρόε, Βαντογκέρλοο, Ναούμ Γκάμπο, Χένρυ Μουρ, Λούις Καν και τόσους άλλους. Τα θεωρητικά τους κείμενα ορθώνουν μπροστά μας το τεράστιο οικοδόμημα της συσσωρευμένης από αιώνες εικαστικής γνώσης, ερμητικά κλειστό γι’ αυτόν που δεν έχει το χάρισμα να είναι ο ίδιος δημιουργός. Τα κείμενα αυτά ούτε να αναλυθούν από μη καλλιτέχνη είναι δυνατό, ούτε να κατανοηθούν από θεωρητικά και μόνο καταρτισμένους φοιτητές. Γιατί, απόλυτα συνυφασμένα με τη δημιουργική διαδικασία, δεν μπορούν ούτε να κατανοηθούν ούτε να μεταδοθούν χωρίς να παραμορφώσουν τον πολύτιμο για μας θησαυρό της καλλιτεχνικής σκέψης.
Επομένως η θεωρητική εκπαίδευση του καλλιτέχνη είναι σύμφυτη με την καλλιτεχνική, αναπτύσσεται και ασκείται ταυτόχρονα με την πρακτική στο χώρο του εργαστηρίου και αποτελεί τραγική παρανόηση ή μη αναγνώριση του απλού αυτού γεγονότος. Η εκπαίδευσή του στα θεωρητικά μαθήματα, όπως τα χαρακτηρίζουμε για να τα ξεχωρίζουμε από τα εργαστηριακά, δεν θα πρέπει να αποβλέπει σε τίποτε άλλο παρά μόνο
α) στη γνωριμία του νέου καλλιτέχνη με τα κείμενα που αναφέραμε,
β) στην επέκταση των γνώσεών του σε συγγενικά με την τέχνη του γνωστικά πεδία, και γ) στη σύνδεση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας με τις άλλες κοινωνικές λειτουργίες.
Σε καμιά όμως περίπτωση το προβάδισμα δεν μπορούν να έχουν τομείς που καλύπτουν άλλες πνευματικές δραστηριότητες και κατά συνέπεια ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ.
Πριν να εκφράσω πιο συγκεκριμένα την άποψή μου για την πρόταση αναδιάρθρωσης της Σχολής, θα ήθελα να δηλώσω ότι: ΔΕΝ θεωρώ τέλεια τη Σχολή μας με τη σημερινή της μορφή, και αναμφίβολα απέχει πολύ από τις συνθήκες ιδανικής λειτουργίας. ΑΛΛΑ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι Σχολή δεν είναι ΜΟΝΟ το σύνολο των νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στη λειτουργία της, ούτε τα κτίρια και ο τεχνολογικός της εξοπλισμός.
Η Σχολή είναι κατά κύριο λόγο το έμψυχο υλικό της, η ποιότητα των δασκάλων και των φοιτητών της, που κι αυτοί με τη σειρά τους είναι συνάρτηση του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο κινούνται.
Την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης δεν μπορούν να διασφαλίσουν μόνο τα κατά καιρούς εμφανιζόμενα με τόση ευκολία «προγράμματα σπουδών».
Χρειάζονται επίσης άνθρωποι που θα υλοποιήσουν με το σωστό τρόπο, δημιουργικά και όχι παραμορφωτικά, ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης που κορμό του θα έχει την εικαστική καλλιτεχνική παιδεία. Και πάνω απ’ όλα, κεφαλαιώδους σημασίας είναι το ζήτημα της ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ, ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΣΤΟΥ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ. Της επαναδιατύπωσης ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ των σπουδών που πρέπει να παρέχει, έτσι ώστε να αποτελεί ένα δεσμευτικό, κατά κάποιο τρόπο, πλαίσιο για τους εκάστοτε διδάσκοντες.
Για λόγους αρχής λοιπόν, θεωρώ τραγικό λάθος την με οποιαδήποτε δικαιολογία συρρίκνωση της καλλιτεχνικής παιδείας που παρέχει η Σχολή ανεξάρτητα από την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει ο απόφοιτος. Γιατί όπως λέει ο Σεζάν, «Η εμπειρία που αποκομίζει κανείς στο εργαστήρι, μέσα απ’ την πολύχρονη εξάσκηση, είναι η απαραίτητη βάση για κάθε είδους κατανόηση της τέχνης». Είτε ο νέος ενταχθεί στην παραγωγή είτε υπηρετήσει την τέχνη μέσα απ’ την εκπαίδευση.
|