|
Τέχνη: ιστορία – γλώσσα – οπτική επικοινωνία |
|
|
|
02.03.09 |
|
Σελίδα 1 από 5
Η διδασκαλία της τέχνης στο σχολείο περιλαμβάνει το πρακτικό και το θεωρητικό μέρος.
Θα 'θελα να αναφερθώ στο θεωρητικό μέρος του μαθήματος, προτείνοντας μια μέθοδο με άξονα την Iστορία Tέχνης που νομίζω ότι μας δίνει τη δυνατότητα να προσφέρουμε στα παιδιά όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την κατανόηση των έργων τέχνης και για την παραγωγή έργων.
Πριν εξετάσουμε τις δυνατότητες διδασκαλίας της Iστορίας Tέχνης στη Mέση Eκπαίδευση, θα ήταν ίσως χρήσιμο ν’ αναρωτηθούμε: α) αν ένα τέτοιο θεωρητικό υπόβαθρο στους μαθητές θα μπορούσε στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσει τους σκοπούς μας και β) αν ο δικός μας θεωρητικός εξοπλισμός είναι αρκετός, για να βάλει σ’ εφαρμογή, τον τρόπο και τη μεθοδολογία για τη διδασκαλία της Iστορίας της Tέχνης, που να εξασφαλίζει με κάποιο ικανοποιητικό ποσοστό επιτυχίας τις προσδοκίες μας.
Κατ’ αρχήν ας θεωρήσουμε τελείως υποθετικό τον όρο μοντέρνα τέχνη και την αντιπαράθεσή του με την κλασική τέχνη, εφ’ όσον μιλάμε για την τέχνη ως έκφραση ζωής και όχι για δύο μορφές τέχνης με αλληλοσυγκρουόμενες προθέσεις.
Όπως λέει και ο Malraux, «η μοντέρνα τέχνη είναι ο κληρονόμος της αρχαίας τέχνης. Το μεγαλοφυές πνεύμα του παρελθόντος δεν μπήκε στην παιδεία και στη μόρφωσή μας σαν αντίδραση στη μοντέρνα τέχνη, αλλά μπήκε μαζί μ’ αυτήν», κάθε μορφή τέχνης είναι μοντέρνα για την εποχή της. Ο El Greco ή ο ανώνυμος δημιουργός κάποιας μπαρόκ φαντασμαγορίας δεν αναφέρεται στη δουλειά του χαρακτηρίζοντάς την ως μοντέρνα όσο ριζοσπαστική και να ήταν σε σχέση με ό,τι παραδοσιακό υπήρχε πριν τη δική του δημιουργία.
Βέβαια η μη παραδοσιακή μορφή έκφρασης - ανάγκασε τους πρωτοπόρους της μοντέρνας τέχνης, που κατανοώντας το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτούσαν από το κοινό για να εκτιμήσουν την εκφραστική τους δύναμη και ποιότητα, να δημοσιεύσουν πολλές διακηρύξεις για το σκοπό που πρότεινα, προκειμένου να ρίξουν κάποιο φως στο παράξενο αποτέλεσμα που πετύχαιναν οι καλλιτεχνικές επιδόσεις. Αν θα πρέπει ν’ αρχίσουμε από κάπου θα πρέπει να διευκρινίσουμε αυτήν την ορολογία, τοποθετώντας την κάθε μορφή τέχνης μέσα σε χρονικά διαγράμματα, ως αυθεντική έκφραση των αξιών της εποχής της. Μ’ αυτόν τον τρόπο θ’ αποφύγουμε την επικίνδυνη αντιπαράθεση των όρων κλασικός και μοντέρνος σαν δύο άκρα αντίθετα που από τη φύση τους είναι επόμενο να συγκρούονται μεταξύ τους. Ένας πίνακας του Braque είναι τόσο μοντέρνος για το 1935, όσο ήταν ο David το 16ο αιώνα ή όσο μοντέρνος ήταν ο Ερμής του Πραξιτέλους σε σχέση μ’ ένα ξύλινο ξόανο - είδωλο της πρώτης χιλιετίας π.Χ. Αφού αντιπαρέλθουμε το διαχωρισμό της μοντέρνας με την κλασική τέχνη, θα δούμε πόσο πιο εύκολα θα γίνει αποδεκτός ο τρόπος πλησιάσματος για πιο σύγχρονες δημιουργίες. Είναι φυσικό, για την ανθρώπινη φύση, να κατανοεί παραδοσιακές ή κλασικές μορφές έκφρασης, επειδή είναι δοκιμασμένες στο χρόνο και παρέχουν μια δικλείδα ασφαλείας στο θεατή - μαθητή, επειδή δεν υπάρχει καθόλου το στοιχείο του ρίσκου στην εκτίμησή τους. Η δικλείδα ασφαλείας είναι ότι έχουν ήδη εκτιμηθεί από άλλους και δε χρειάζεται εκ μέρους τους καμιά προσπάθεια για την ήδη καθιερωμένη αξία τους.
Αυτό συμβαίνει γιατί ένα μικρό μέρος του κοινού καταλαβαίνει τα νοήματα που εκπέμπουν τα έργα τέχνης και ακόμα ένα μικρότερο μέρος μπορεί ν’ αναγνωρίσει σ’ αυτά, τους ιστορικούς δεσμούς με τα έργα του παρελθόντος. Έτσι δημιουργείται ένα φράγμα που σχηματίζεται από την παραδοχή που γίνεται από πολλούς ανθρώπους ότι μπορούν να ξεχωρίσουν ένα έργο τέχνης από ένα αντικείμενο που δεν ταιριάζει στην κατηγορία αυτή και τείνουν ν’ απορρίπτουν σαν μη παραδεκτά τα προϊόντα των καλλιτεχνών που δεν πληρούν τα κριτήριά τους. Μια δεύτερη αιτία είναι η περιορισμένη επαφή του κοινού με τα σημερινά παραδείγματα πινάκων, γλυπτών και κτιρίων, που θα μπορούσαν να έχουν την περιγραφή του έργου τέχνης, γενικά το σύνολο των εικαστικών έργων που εκτίθενται, δεν συγκρίνεται με το σύνολο των άλλων μορφών τέχνης που εκτίθενται στο κοινό, όπως μουσική, λογοτεχνία κ.λπ. Αυτό που θα μπορέσει να τον κάνει να ενδιαφερθεί για μια, ας την ονομάσουμε πρωτοποριακή μορφή τέχνης, θα είναι η ελαχιστοποίηση της αμφιβολίας που τον διακατέχει, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγνωση του έργου τέχνης που τον αφορά.
|