Εκδόθηκε το βιβλίο – μαρτυρία «ΣΕΖΑΝ Αναμνήσεις και επιστολές του Εμίλ
Μπερνάρ» γραμμένο από το ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ για το μεγάλο του δάσκαλο
Πωλ Σεζάν.
Το ντοκουμέντο αυτό, στο οποίο περιλαμβάνονται οι σημαντικές επιστολές του Σεζάν προς τον Μπερνάρ, έχει πλαισιωθεί από τη συνάδελφο με μια χρονολογική επισκόπηση της ζωής του Σεζάν, πλούσια σε αναφορές στην κοινωνική και πνευματική ζωή της εποχής του, καθώς και μ’ ένα συνοπτικό λεξικό των καλλιτεχνών που αναφέρονται στη διάρκεια των συζητήσεων ανάμεσα στον παλιό δάσκαλο και το μαθητή.
Παραθέτουμε τον πρόλογο του βιβλίου:
Αν οι σκέψεις πάνω στη φύση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η έρευνα για την επίλυση των δομικών και μορφοπλαστικών προβλημάτων μέσα στο εργαστήρι, αποτελούν τη δεξαμενή άντλησης, την πραγματική πηγή έμπνευσης για τον καλλιτέχνη, τότε, η δυνατότητα που παρουσιάζεται στο νέο καλλιτέχνη, να παρακολουθήσει το ξετύλιγμα της σκέψης των μεγάλων δασκάλων της τέχνης μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου, μετατρέπεται σε νοερή επικοινωνία που επιτρέπει τη δημιουργική αντιπαράθεση και την τεκμηριωμένη προσωπική ερμηνεία πάνω στα μεγάλα – και πάντα – ίδια προβλήματα της τέχνης.
Είναι αυτονόητο ότι ένα παρόμοιο ντοκουμέντο έχει εντελώς διαφορετικούς στόχους από τη μελέτη του ιστορικού ή του αισθητικού -φιλοσόφου, του οποίου το έργο – χωρίς δυνατότητα παρέμβασης στη δημιουργική διαδικασία – αρχίζει αφού τελειώσει το έργο του δημιουργού και συνίσταται στην προσπάθεια για ερμηνεία και ταξινόμηση.
Οι σκέψεις αυτές σε συνδυασμό με το αναντίρρητο γεγονός της έλλειψης στην ελληνική βιβλιογραφία θεωρητικών κειμένων γραμμένων από τους ίδιους τους καλλιτέχνες, υπήρξαν η αιτία της γνωριμίας μου με το κείμενο του Emile Bernard.
Είναι πολύ λίγοι οι καλλιτέχνες που είχαν την τύχη να βιογραφηθούν από συναδέλφους τους, ανθρώπους δηλαδή που βιωματικά γνώρισαν τους νόμους της καλλιτεχνικής δημιουργίας και μπόρεσαν, απομονώνοντας τα επεισόδια της προσωπικής ζωής, να προσηλώσουν το σκεπτικό και προσεκτικό τους βλέμμα πάνω στα στοιχεία εκείνα που αποτέλεσαν τα σημεία - τομές και συντέλεσαν στη δημιουργία νέων αισθητικών αναζητήσεων. Από αυτήν την άποψη, για το μυημένο θεατή και βέβαια για τον καλλιτέχνη, η γνώση της σύνθεσης των χρωμάτων πάνω στην παλέτα του Cezanne – όταν ζωγράφιζε το Monte-Victoire, το θέμα του – όπως μας την προσέφερε ο Emile Bernard, έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τα κοινά λίγο ως πολύ επεισόδια της προσωπικής του ζωής, απλά και μόνο γιατί η λογική της διάταξης των χρωμάτων του σηματοδοτεί την απαρχή της μοντέρνας ζωγραφικής.
Ο διάλογος ανάμεσα στους δύο αυτούς ανθρώπους που έχουν αφιερωθεί στο ίδιο αντικείμενο σπουδής, μιλούν την ίδια γλώσσα και η σκέψη τους διαφοροποιείται μόνο ως προς το βαθμό εμπειρίας, αναγκαστικά σχεδόν περιστρέφεται γύρω από τα προβλήματα που έχουν σχέση με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι.
Ο σεβασμός για το δάσκαλο και τον άνθρωπο και, κύρια, η οξυδερκής παρατήρηση σαν συνέπεια της καλλιτεχνικής του ιδιότητας, αναδεικνύουν τις σημειώσεις του Bernard στη σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για τη μελέτη του έργου του Cezanne, καθώς και για την επιρροή που άσκησε στους σύγχρονούς του καλλιτέχνες. Μέσα από τις αναμνήσεις του, αναδύεται η γεμάτη αυτογνωσία προσωπικότητα του καλλιτέχνη που κατά το κρίσιμο διάστημα της πνευματικής του συγκρότησης στο Παρίσι, αποφεύγοντας τις παγίδες της καθημερινότητας, επιλεκτικά απευθύνθηκε στις σημαντικότερες προσωπικότητες της τέχνης και του πνεύματος, και πήρε ό,τι έκρινε χρήσιμο για τη διαμόρφωση του θεωρητικού πλαισίου μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι έρευνες όλης της ζωής του.
Εξάλλου, η σαφήνεια της σκέψης του Cezanne όπως προκύπτει από τις επιστολές του που αποτελούν ένα είδος υποθήκης, πνευματικής «επένδυσης» ας πούμε, πάνω στις εικαστικές αξίες ενός νέου καλλιτέχνη όπως ο Bernard, δίνει μορφή και έκφραση στο πορτρέτο, όχι του μισάνθρωπου και στρυφνού, αλλά του απόλυτα συνειδητού καλλιτέχνη που υπακούει μόνο στην αναγκαιότητα της σκληρής καθημερινής εργασίας, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συμβατικότητες.
Ορισμένες κρίσεις του Bernard – διατυπωμένες πάντως με δισταγμό και περίσκεψη – σε σχέση με την αξία των έργων της τελευταίας περιόδου της ζωής του δασκάλου που σήμερα φαντάζουν εντελώς λαθεμένες, καθόλου δε μειώνουν τη σημασία του κειμένου- γιατί ο σχεδόν θρησκευτικός του σεβασμός, ακόμη και για τα αποτελέσματα εκείνα της επαναστατικής σκέψης του δασκάλου του που του ήταν λιγότερο κατανοητά, διαφύλαξαν στη μνήμη του και διέσωσαν από μια αθέλητη «λογοκρισία» τις θεωρητικές διατυπώσεις που τα γέννησαν, αποτελώντας έτσι μια έμμεση επιβεβαίωση του πρωτοποριακού χαρακτήρα της δουλειάς του Cezanne.
Στη διάρκεια των συζητήσεων ανάμεσα στον παλιό δάσκαλο και το νεαρό μαθητή, γίνεται, όπως είναι φυσικό, αναφορά σ’ ένα πλήθος ονομάτων καλλιτεχνών, που καλύπτουν ένα ευρύτατο, από χρονολογική άποψη φάσμα, θεώρησα χρήσιμο να συγκροτήσω ένα συνοπτικό λεξικό καλλιτεχνών και να το παραθέσω στο τέλος του βιβλίου, έτσι ώστε ο αναγνώστης, ακόμη και ο μη ειδικός, να μπορεί να παρακολουθήσει ορθότερα τον ειρμό της σκέψης και των δύο συζητητών και να σχηματίσει την προσωπική του άποψη.
Στα πλαίσια των σύμφυτων περιορισμών, χώρου κ.λπ. και στην προσπάθεια ν’ αποφύγω βιογραφικές αναφορές που εύκολα βρίσκει κανείς σε κάποια εγκυκλοπαίδεια, στράφηκα σχεδόν αποκλειστικά σ’ ό,τι καθοριστικά διαφοροποιεί τον έναν καλλιτέχνη από τον άλλον: στο ίδιο το έργο του που, όπως ο γραφικός χαρακτήρας, αποτελεί ταυτόχρονα σημείο αναγνώρισης και ειδοποιό διαφορά. Μέσα από προσωπικές επιστολές, κείμενα ή άλλα ντοκουμέντα, όπου αυτό ήταν δυνατό, «μιλούν» οι ίδιοι οι δημιουργοί γι’ αυτό που αποτελεί το καλλιτεχνικό τους όραμα, τις προθέσεις και τον προβληματισμό τους, και μας προσφέρουν τις άπειρες όψεις ενός και του αυτού σκοπού, αναλλοίωτου παρ’ όλους τους αιώνες που τους χωρίζουν. Οι βασικές επιδιώξεις μένουν οι ίδιες, οι φράσεις, οι γενεσιουργές σκέψεις τόσο διαφορετικών μορφολογικά αποτελεσμάτων, παρουσιάζουν ενότητα εκπληκτική. Σαν να πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που, ξεκινώντας χιλιετίες τώρα από την ίδια πάντοτε αφετηρία, ακολουθεί τους δρόμους που ο ίδιος ή κάποιος άλλος πρωτοπόρος χάραξε, προσπαθώντας να αγγίξει τον ίδιο σκοπό, να φτάσει στο ίδιο, πολυπόθητο τέρμα.
Ιούνιος 1986 Άννα Μοσχονά-Καλαμάρα
|