|
Η σύγχρονη εικαστική αγωγή |
|
|
|
20.06.09 |
|
Σελίδα 2 από 6
Στο χώρο της τέχνης, οι νέες παιδαγωγικές έρευνες και μέθοδοι δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι το κάθε παιδί έχει καλλιτεχνική κλίση και κυρίως — πράγμα που εξηγεί την αρχέγονη αφετηρία της ζωγραφικής — εικαστική αντίληψη. Αυτό σημαίνει πως είναι προικισμένο από την ίδια τη φύση με τη δυνατότητα να εκφράσει τα συναισθήματά του, ζωγραφίζοντας, σχεδιάζοντας ή πλάθοντας, πράγμα που το βοηθά να διατυπώνει τις κρίσεις και τις ιδέες του για το φυσικό ή το κοινωνικό του περιβάλλον, διαπλάθοντας ταυτόχρονα τον χαρακτήρα του και προβάλλοντας τον ψυχικό του κόσμο.
Η δυνατότητα αυτή είναι αρκετή για να το εισάγει στην καλλιτεχνική δράση, αν εμείς το παρακινήσουμε και το ενθαρρύνουμε να εκφραστεί, παρέχοντάς του τα κατάλληλα μέσα και την κατάλληλη θεματολογία. Τότε το παιδί θα εξελιχθεί ομαλά και με την ίδια ευκολία που προσαρμόζεται σ' ένα περιβάλλον — στην οικογένειά του ή σε μια πόλη — όταν του εξασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, και σε σύντομο χρόνο θα συντονίσει τέλεια τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του χεριού του με την ανάγκη του να εκφράζει εικαστικά τον συναισθηματικό και πνευματικό του κόσμο.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο εικαστικός δρόμος προς τη γνώση είναι ο πιο εύκολος, ο πιο ανεμπόδιστος, σε σύγκριση με τους άλλους παράλληλους δρόμους — των μαθηματικών εννοιών, λόγου χάρη, και της γλώσσας —, γιατί η αφετηρία του βρίσκεται περισσότερο στο ένστικτο και λιγότερο στη νόηση. Έχει αποδειχτεί στατιστικά ότι οι μεγαλύτερες μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζονται σ' αυτούς τους παράλληλους δρόμους και σε μια κλίμακα που ποικίλει σημαντικά ως προς τις ανώτερες και κατώτερες τιμές της. Μπορούμε να πούμε ωστόσο ότι το ποσοστό τους σε όλα τα επίπεδα — από αυτές που θα χαρακτηρίζαμε ανεπαίσθητες μέχρι τις πιο έντονες — υπολογίζουν μερικοί σε 40%. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Πόρποδα, μια απ' τις βασικότερες αιτίες της μαθησιακής ανεπάρκειας του γραπτού λόγου είναι η δυσλεξία* που οφείλεται σε ένα είδος ανατομικής «βλάβης» του εγκεφάλου. *η δυσλεξία δεν έχει σχέση με το τραύλισμα ή τη βραδυγλωσσία
Παλιότερα, η ανεπάρκεια αυτή, καθώς και άλλες δυσκολίες, αποδίδονταν σε ψυχολογικά αίτια και ερμηνεύονταν απλουστευτικά από γονείς και εκπαιδευτικούς σαν συμπτώματα τεμπελιάς, αδιαφορίας ή κακού χαρακτήρα του μαθητή. Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι μια παρόμοια αντιμετώπιση της δυσλεξίας από μέρους των γονιών και των εκπαιδευτικών, μπορεί πράγματι να δημιουργήσει ψυχολογικά προβλήματα στο παιδί και να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο χαρακτήρα του. Πρέπει συνεπώς να αποφεύγεται, τόσο περισσότερο μάλιστα μια που έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες διαφόρων κατηγοριών και βαθμών, δεν παρουσιάζουν χαμηλό δείκτη νοημοσύνης, αλλά αντίθετα είναι ευφυή ή έξυπνα, ξεχωρίζοντας έτσι από εκείνα που η ανεπάρκειά τους είναι συνάρτηση της αδιαφορίας ή του υποβαθμισμένου περιβάλλοντός τους. Σ' οποιαδήποτε κατηγορία κι αν ανήκουν ωστόσο, τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες αισθάνονται την ανάγκη να βρουν παράπλευρους δρόμους για να τις ξεπεράσουν, γιατί η τάση προς τη γνώση είναι μια έμφυτη, ισχυρή παρόρμηση σε κάθε άτομο. Το ζήτημα είναι αν οι δρόμοι αυτοί θα είναι κατάλληλοι και εκπαιδευτικά μεθοδευμένοι για την παράκαμψη των δυσκολιών, διαφορετικά θα δούμε τα παιδιά ν' αναπτύσσουν άλλες δραστηριότητες που τις χαρακτηρίζουμε συνήθως αρνητικές, αντικοινωνικές, αυτοκαταστροφικές, κ.λπ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η καλύτερη παρακαμπτήριος γι' αυτά τα παιδιά είναι ο οπτικός, εικαστικός δρόμος, με την προϋπόθεση βέβαια να μην τον γεμίζουμε με πρόσθετες δυσκολίες και εμπόδια — όπως οι ρεαλιστικές αναλογίες, οι αντιγραφές μοντέλων, η προοπτική κ.λπ. — μέσα που χρησιμοποιούν μερικοί επαγγελματίες καλλιτέχνες και τα οποία στην περίπτωσή μας αποπροσανατολίζουν την έμφυτη ικανότητα εικαστικής έκφρασης. Οι παραδοσιακές — και παρωχημένες — αυτές μέθοδοι, που εφαρμόζονταν από τα παλιά αναλυτικά προγράμματα, «μπλοκάριζαν» τις εκφραστικές δυνατότητες των περισσότερων παιδιών, γιατί προϋποθέτουν ένα πλήθος νοητικών στοιχείων και γνώσεων που τα παιδιά αποχτούν σ' ένα κατοπινότερο στάδιο, με αποτέλεσμα τα ελάχιστα που κατάφερναν ν' ανταποκριθούν στις απαιτήσεις τους, να τα χαρακτηρίζουμε ως «ταλέντα».
|