|
Η σύγχρονη εικαστική αγωγή |
|
|
|
20.06.09 |
|
Σελίδα 4 από 6
3) Στο πεδίο των εικαστικών τεχνών, η μαθησιακή μέθοδος της αποστήθισης ή μίμησης προτύπων και έτοιμων λύσεων απορρίπτεται σαν αντιπαιδαγωγική και αποπροσανατολιστική των έμφυτων εικαστικών δυνατοτήτων του παιδιού. Πρωταρχικός στόχος της εικαστικής πρακτικής στο σχολείο είναι η ελεύθερη έκφραση συναισθημάτων και ιδεών — με κατάλληλες μεθοδεύσεις — μέσα από τα οποία το παιδί θα πλουτίσει τις εμπειρίες του και θα συλλάβει τη λυτρωτική διαδικασία της τέχνης.
4) Η κυριαρχία της νόησης πάνω στις αισθήσεις, που οδηγεί προοδευτικά στην αποστέγνωση και συρρίκνωση της ψυχικής οντότητας του μαθητή, είναι αντιπαιδαγωγική και πρέπει ν' αποφεύγεται από την εκπαιδευτική πρακτική, γιατί ισοπεδώνει την προσωπικότητά του και καλλιεργεί αντιουμανιστικές τάσεις (άκρατος τεχνοκρατισμός και ιδεολογικός απολυταρχισμός).
5) Η αντιαυταρχική εκπαίδευση που εισηγείται η σύγχρονη επιστήμη και εφαρμόζεται στις δημοκρατικές χώρες, είναι η μόνη ικανή να διαπλάσει υπεύθυνους πολίτες και ολοκληρωμένους ανθρώπους, γιατί καλλιεργεί τον διάλογο μεταξύ εκπαιδευτικού και εκπαιδευόμενου και συντείνει στην αμοιβαία κατανόηση και συνεργασία.
Η τήρηση των παραπάνω αρχών από μέρους του εκπαιδευτικού (αλλά και από μέρους των γονέων στο πλαίσιο της οικογενειακής πρακτικής και δεοντολογίας) έχει ευνοϊκότατα αποτελέσματα στη διάπλαση του χαρακτήρα των παιδιών και καλλιεργεί αγάπη προς τη μάθηση σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης, σε αντίθεση με τις παλιές αυταρχικές μεθόδους. Και κάτι πολύ σπουδαιότερο: δεν περιορίζει την εκπαιδευτική αγωγή μονάχα στη διάρκεια των μαθητικών χρόνων, αλλά ενισχύει την έμφυτη περιέργεια προς τη γνώση (η οποία αποτελεί κατεξοχήν ανθρώπινο γνώρισμα), την έφεση δηλαδή προς το πλατωνικό ειδέναι, καθιστώντας έτσι τον άνθρωπο λάτρη της γνώσης δια βίου. Οι γενικές αυτές αρχές ισχύουν για κάθε μάθημα, τονίζονται σε κάθε σεμινάριο και αξιολογούνται σε κάθε διδασκαλία που αφορά ειδικά το μάθημα των εικαστικών τεχνών — συνδέονται δηλαδή με τη γενική διδακτική του μαθήματός μας. Η Ειδική Διδακτική Ζωγραφικής του υποφαινομένου που κυκλοφόρησε το 1987, προχωρεί πέρα από τα γενικά στοιχεία της εκπαιδευτικής δεοντολογίας, ενσωματώνοντας και αναλύοντας λεπτομερώς τις μεθοδεύσεις που καλύπτουν τους σκοπούς του μαθήματός μας. Με την πείρα που έχουμε αποχτήσει ύστερα από αρκετά χρόνια πρακτικής εφαρμογής των μεθοδεύσεων αυτών, πιστεύουμε ότι προϋποθετικά στοιχεία για την επάρκεια και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στον τομέα που μας αφορά είναι τα ακόλουθα:
1) Το πώς καλύπτονται όλοι οι μαθητές, εντασσόμενοι αβίαστα στον κύκλο της εικαστικής έκφρασης, είτε αυτοί ανήκουν στην κατηγορία των κανονικών παιδιών, είτε σ' εκείνη που περιλαμβάνει παιδιά με ψυχολογικά προβλήματα και αναστολές (π.χ. υπερκινητικά παιδιά, αδιάφορα, υπερβολικά αργά, κ.λπ.), έτσι ώστε να μη δημιουργείται εκπαιδευτικό κενό κατά την διδακτική ώρα.
2) Με ποια μεθόδευση κοινωνικοποιούνται ή επανακοινωνικοποιούνται οι μαθητές μαθαίνοντας σιγά-σιγά να συνεργάζονται μεταξύ τους ισότιμα και δημοκρατικά.
3) Πώς αποκτά ο μαθητής εικαστική ευχέρεια με όσο γίνεται γρηγορότερο ρυθμό.
4) Πώς καλλιεργείται σε κάθε μαθητή η εντύπωση και η πίστη ότι η εικαστική του προσφορά δεν είναι υποδεέστερη από των άλλων συμμαθητών του.
5) Πώς θεραπεύεται η αρνητική στάση (ή η αδεξιότητα) που του έχει δημιουργηθεί από προηγούμενες, λαθεμένες μεθοδεύσεις και πρακτικές, ειδικά στην απεικόνιση της ανθρώπινης μορφής— ιδιαίτερα στις μεγάλες, γυμνασιακές τάξεις.
|