|
21.06.09 |
|
Σελίδα 2 από 13
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΟΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΟΣ Ο μέγας ναός που υψώνεται στο μέσον της Ακροπόλεως κατασκευάστηκε σε απίστευτα σύντομο χρόνο, από το 447 ως το 438 π.Χ. από τους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες και γλύπτες της εποχής και από τους καλλίτερους τεχνίτες που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Όμως δεν είναι αυτός ο πρώτος μαρμάρινος ναός σ’ αυτή τη θέση. Σαράντα χρόνια πριν είχε αρχίσει η οικοδόμηση ενός άλλου ναού, του λεγόμενου Προπαρθενώνος. Η καταστροφή του Προπαρθενώνος από τους Πέρσες (480 π.Χ.) δεν ακολουθήθηκε από απλή ανοικοδόμηση, αλλά πολύ περισσότερο από μία τελείως νέα δημιουργία, τον Κλασικό ή Περίκλειο Παρθενώνα.
Ο Προπαρθενών άρχισε να κτίζεται μετά από την μάχη του Μαραθώνος (490 π.Χ.) και ήταν σχεδόν τόσο μεγάλος όσο ο κλασικός ναός. Μάλιστα ακόμη μεγαλύτερο ήταν το συμπαγές βάθρο του, ο Στερεοβάτης, το οποίο αξιοποιήθηκε στη συνέχεια ως βάθρο του κλασικού Παρθενώνος. Το βάθρο αυτό μακρύτερο (~77m) από τον κλασικό ναό (72.50) εξέχει ως σήμερα κατά μήκος της ανατολικής πλευράς, έχει δε εξ ίσου εντυπωσιακό ύψος καθ’ όσον η βάση του συναντά τον στερεό βράχο σε βάθος 11 μέτρων, όπως έδειξαν οι ανασκαφές. Οι κίονες του Προπαρθενώνος 6 τον αριθμό στις στενές προσόψεις και 16 στις μακρές πλευρές ήσαν της αυτής διαμέτρου με εκείνους του κλασικού ναού. (εικ. 1)
Με την αποφασιστική νίκη στις Πλαταιές (479 π.Χ.), ο περσικός κίνδυνος απωθείται και αργότερα εκμηδενίζεται (Ευρυμέδων 466 π.Χ.), όμως ως τα μέσα του αιώνος ελάχιστα μη αμυντικά έργα εκτελούνται στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο Αττική. Τα ιερά αν δεν παραμένουν ως ερείπια, όπως και ο ημιτελής Προπαρθενών, απλώς επισκευάζονται πρόχειρα. Συγγραφείς από τον επόμενο αιώνα και εξής πιστεύουν, ότι οι Έλληνες ανέβαλαν επί τόσο χρόνο την ανοικοδόμηση, τηρούντες τον Όρκο που έδωσαν στις Πλαταιές να διατηρήσουν άσβεστη την ανάμνηση της εθνικής συμφοράς και ζωηρή τη συνείδηση του καθήκοντος προς την πατρίδα.
Κατά τη δόμηση του βορείου τείχους (Θεμιστόκλειον) της Ακροπόλεως ενσωματώθηκαν σ’ αυτό ολόκληρα τμήματα, αλλά και μεμονωμένοι λίθοι των κατεστραμμένων ναών, ώστε να εκτίθενται στην κοινή θέα ως ιστορική υπόμνηση. Ανάμεσά τους και δεκάδες μεγάλοι σπόνδυλοι των κιόνων του Προπαρθενώνος. Τα υλικά αυτά όσα ακόμη παραμένουν στη θέση τους, (εικ. 2) στη σκιερή αυτή πλευρά του τείχους, φαίνεται ότι και σήμερα ακόμη μεταδίδουν τα μελαγχολικά τους μηνύματα. Όμως άλλα μάρμαρα του αρχικού ναού, πολύ περισσότερα, εκατοντάδες σπονδύλων, υπάρχουν ακέραια, μάλιστα όχι πολύ μακριά, χωρίς ωστόσο η ύπαρξή τους αυτή να είναι αισθητή! Χρησιμοποιήθηκαν με μικρές αναπροσαρμογές για την ανέγερση του Περίκλειου ναού και υφίστανται ως σήμερα ενσωματωμένα σ’ αυτόν ως αναπόσπαστο και μάλιστα μεγάλο μέρος του.
Η ισότητα των κιόνων του παλαιότερου και του νεότερου ναού θα ήταν απίθανη σύμπτωση αν δεν είχαν συντρέξει σοβαροί λόγοι για να επιβάλλουν τη διαφύλαξη του πολυτιμότατου και επί το πλείστον αχρησιμοποίητου οικοδομικού υλικού του Προπαρθενώνος και στη συνέχεια την ισχύ ειδικών προδιαγραφών για την αρχιτεκτονική του κλασικού ναού ώστε να εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη δυνατή αξιοποίηση, δηλαδή επαναχρησιμοποίηση του αρχαιότερου υλικού.
Αυτή η πρόνοια, από μόνη της μέγα δίδαγμα φρόνησης, αποσκοπούσε όχι μόνο στην επίτευξη σπουδαίας εξοικονόμησης δημοσίων χρημάτων — και είναι μεγάλη αρετή ο σεβασμός των δημοσίων, αλλά ακόμη αποσκοπούσε, με τον καλλίτερο τρόπο, και σε μια ηθική αποκατάσταση καθ’ όσον εξουδετέρωνε σε μεγάλο βαθμό ένα από τα τετελεσμένα γεγονότα του πολέμου, την αχρήστευση δηλαδή του υπό κατασκευή ναού. Τώρα το επί δεκαετίες αριστευμένο υλικό θα ήταν και πάλι χρήσιμο, μάλιστα στο ακέραιο! Την ταπείνωση ακολουθούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάκτηση της αρχικής αξίας.
|