|
Yπηρεσίες κατάρτισης αντί Aνώτατης Eκπαίδευσης - Εισαγωγή |
|
|
|
19.01.07 |
|
Σελίδα 1 από 3
H εκπαίδευση -ιδιαίτερα η Aνώτατη Eκπαίδευση- σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας έχει το αρνητικό προνόμιο να είναι στο επίκεντρο σαρωτικών επεμβάσεων που αλλάζουν το χαρακτήρα και τον κοινωνικό της ρόλο. Οι επεμβάσεις αυτές είναι η πολιτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για την Ανώτατη Εκπαίδευση και την Έρευνα και η οποία περιγράφεται με το συνοπτικό όρο «Ευρωπαϊκός χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης» και για την έρευνα «Ευρωπαϊκός χώρος Έρευνας».

Την πολιτική για τον Ευρωπαϊκό χώρο Έρευνας, επειδή, όπως γνωρίζετε, τυπικά η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να ασκεί άμεση πολιτική σε θέματα Παιδείας, την ασκεί ένα άτυπο όργανο, η Σύνοδος των Υπουργών Παιδείας, μέσα από τη διαδικασία της Μπολόνια. Η πολιτική για την Έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκείται μέσα από διαδοχικά προγράμματα - πλαίσιο που είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε, και οι βασικές πηγές χρηματοδότησης της έρευνας και στη χώρα μας και στην Ευρώπη, με ιδιαίτερα ακραία εφαρμογή αυτής της πολιτικής στη χώρα μας μια πολιτική που ξεκίνησε από το να δώσει κίνητρα στους ερευνητές για να επιχειρήσουν το άνοιγμα προς την παραγωγή και κατέληξε στην εποχή μας, τα τελευταία χρόνια, να χρηματοδοτεί μόνο μεγάλης κλίμακας ερευνητικές συνεργασίες με επιχειρήσεις και εργαστήρια που στοχεύουν στην παραγωγή τελικού προϊόντος ή υπηρεσίας, χωρίς να προβλέπεται καμία χρηματοδότηση για τη βασική ερευνητική δραστηριότητα. Η ευρωπαϊκή πολιτική που εκφράζεται μέσα από τη διαδικασία της Μπολόνια και που χάραξαν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του νεοφιλελευθερισμού όπως τις χαρακτηρίζουμε, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προωθείται και επιθετικά κιόλας, από τους μηχανισμούς των τεχνοκρατών, που τους γνωρίζουμε, της πολιτικής και των επιχειρησιακών σχεδίων, με βασικό μηχανισμό τα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα γνωστά ΕΠΕΑΕΚ, απ’ τα κοινοτικά ταμεία, και δέλεαρ τους πόρους που συνοδεύουν αυτά τα προγράμματα.
Ενώ, η πολιτική αυτή έχει σαφείς αφετηριακές θέσεις προηγούμενης δεκαετίας, όταν κυριαρχούσε η ενιαία σκέψη του νεοφιλελευθερισμού, της νέας εποχής, της νέας οικονομίας και της παντοδυναμίας της αγοράς, πήρε εύηχα ονόματα όπως «η κοινωνία της γνώσης» και «η κοινωνία της πληροφορίας». Σύμφωνα με αυτές τις κυρίαρχες απόψεις, η αγορά όχι μόνον πρέπει να καθορίζει ποια θα είναι η Ανώτατη Eκπαίδευση, αλλά πρέπει να της ανατεθεί και το ίδιο το έργο της εκπαίδευσης, πλέον. Μερικά χαρακτηριστικά θα αναφέρω αυτών των θέσεων, παρεμβάσεων, τα οποία είναι τα ακόλουθα: Η Ανώτατη Eκπαίδευση πρέπει, σύμφωνα μ’ αυτή την πολιτική, να προσαρμοστεί στις ανάγκες της αγοράς που απαιτεί σύντομης διάρκειας σπουδές κατάρτισης, αντί των πανεπιστημιακών σπουδών σε μια συγκεκριμένη επιστήμη. Χάριν της «κινητικότητας» και της «απασχολησιμότητας» παρέχεται η ευελιξία στους φοιτητές να εξατομικεύουν το πρόγραμμα σπουδών που θα ακολουθήσουν και κατά συνέπεια και το δίπλωμά τους. Αυτό βέβαια θα έχει ως συνέπεια τον εκφυλισμό του πανεπιστημίου, τη διάσπαση των προγραμμάτων σπουδών, των διπλωμάτων, και την ακύρωση των συλλογικών επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Ένα δείγμα συνολικής καθαρής, αμιγούς τέτοιας πολιτικής έχουμε το νόμο που πέρασε το καλοκαίρι 2005 –ως συνήθως το καλοκαίρι περνούν σοβαροί νόμοι για την Παιδεία– το Υπουργείο Παιδείας, με τον οποίο ιδρύεται το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Εκεί είναι το μοντέλο για το Πανεπιστήμιο, σύμφωνα με αυτές τις κυρίαρχες απόψεις. Παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης, με δίδακτρα, σε ξένη γλώσσα κιόλας, για να έχει πελάτες από το εξωτερικό και ομογενείς, από το εξωτερικό επίσης.
|