|
Εκπαιδευτικά προγράμματα στην εθνική πινακοθήκη και μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου |
|
|
|
21.06.09 |
Έχει καταντήσει κοινοτοπία να μιλάει κανείς για εκπαιδευτικά
προγράμματα στα μουσεία. Θα έλεγα μάλιστα ότι παίρνει τις διαστάσεις
μόδας ανάγοντας έτσι όλο αυτό τον προβληματισμό σε στείρο φορμαλισμό,
απογυμνωμένο από κάθε περιεχόμενο.
Μόνο που το πρόβλημα δεν τίθεται πια στην ανάγκη ή μη ύπαρξης εκπαιδευτικών προγραμμάτων στα μουσεία, αλλά στο περιεχόμενο αυτών των προγραμμάτων. Μια θέση που άπτεται πλέον του ρόλου που καλείται να παίξει το μουσείο στις κοινωνίες μας. Κι αυτό το ρόλο θα τον καθορίσει ο βαθμός δυνατότητας του μουσείου να μετατρέπει το θεατή από παθητικό καταναλωτή σε ενεργητικό χρήστη. Μετατροπή που προϋποθέτει επικαιροποίηση της παρεχομένης από το μουσείο γνώσης. Κι εδώ βέβαια θα πρέπει να υπεισέλθουν δύο έννοιες, αυτές του μοντέρνου και του δημοκρατικού. Αν η εκπαιδευτική διαδικασία μέσα σ’ ένα μουσείο το καθιστά μοντέρνο αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα γίνεται και δημοκρατικό. Μόνο το περιεχόμενο και η μορφή που θα πάρει η εκπαιδευτική δραστηριότητα θα αποδώσουν δημοκρατικότητα σε ένα μουσείο. Μέσα λοιπόν απ’ αυτόν τον προβληματισμό βγήκαν τα εκπαιδευτικά προγράμματα της Πινακοθήκης. Είναι όμως αδύνατο μέσα στον περιορισμένο χώρο του περιοδικού να εκθέσω συγχρόνως το θεωρητικό υπόβαθρο και την πρακτική εφαρμογή των παραπάνω προγραμμάτων, γι’ αυτό θα περιοριστώ εν συντομία στο θεωρητικό μέρος.
Η ίδια η Πινακοθήκη σαν μουσείο έχει μια ιδιαιτερότητα που διευκολύνει αλλά και δυσχεραίνει, σε επίπεδο ευθύνης, τον εκπαιδευτικό της ρόλο. Η ιδιαιτερότητα αυτή έγκειται στο ότι παρέχει τη δυνατότητα επικαιροποίησης με την πρώτη επαφή: τα ίδια της εκθέματα που αποτελούνται από τη νεότερη, μοντέρνα και σύγχρονη (κυρίως από περιοδικές εκθέσεις αυτή η τελευταία) παραγωγή, αποτελούν τη σύγχρονη του επισκέπτη αισθητική επικαιρότητα. Μια συγχρονικότητα που αν δεν γίνεται συνειδητά αντιληπτή, εντούτοις λειτουργεί ασυνείδητα κι από το γεγονός και μόνο ότι η Πινακοθήκη είναι μουσείο νεότερης και μοντέρνας τέχνης, πράγμα που παραπέμπει στο παρόν. Ξεκινώντας απ’ αυτή την αρχή λαμβάνουμε στη συνέχεια υπόψη μας ότι:
α. Το σύγχρονο αυτό αισθητικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από μια πληθώρα αισθητικών κωδίκων που αρχίζουν από νατουραλισμό για να καταλήξουν στην πλήρη αφαίρεση.
β. Αυτοί οι κώδικες για πρώτη φορά στην ιστορία της τέχνης είναι προϊόντα ατομικής υποκειμενικότητας κι όχι συλλογικής.
γ. Άρα, έχουμε περιορισμό των αντικειμενικών κριτηρίων για την αξιολόγηση του έργου προς όφελος των υποκειμενικών. Αποτέλεσμα είναι ότι η προσέγγιση δεν μπορεί να γίνει με το παραδοσιακό αντιθετικό ζεύγος ωραίο/-άσχημο αλλά με την έννοια του διαφορετικού. Πάνω σ’ αυτό το σημείο συγκεντρώνεται και η προσπάθεια του εκπαιδευτικού προγράμματος αυτού κυρίως που απευθύνεται σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου. Γίνεται δηλαδή προσπάθεια να γίνει αποδεκτή κι όχι απλά ανεκτή, η έννοια της διαφοράς. Τα όρια της ανοχής των κοινωνιών μας είναι μεγάλα ενώ της αποδοχής δυστυχώς περιορισμένα. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η τέχνη διαρθρώνεται με τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις, κι αυτές βασισμένες στην ανταγωνιστική ανοχή για την κάλυψη των αναγκών κοινωνικής συνύπαρξης. Και σ’ αυτό το σημείο το ίδιο το περιεχόμενο της Πινακοθήκης διευκολύνει τα πράγματα γιατί παρέχει τη δυνατότητα υλοποίησης του διαφορετικού σε πολλαπλά επίπεδα:
1. Σ’ ένα συλλογικό επίπεδο, με δύο δυνατότητες προσέγγισης μία διαχρονική και μια συγχρονική:
Η διαχρονική αφορά τις διάφορες πολιτιστικές περιόδους: μεταβυζαντινή, 19ου και 20ου αι. όπως και τη διαδοχή μέσα στο χρόνο, όπου μπορεί να γίνει αυτό, των διαφόρων μοντέρνων κινημάτων του τέλους του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αι.
Η συγχρονική αφορά την συνύπαρξη μέσα στο χώρο διαφορετικών κινημάτων.
2. Σ’ ένα ατομικό επίπεδο, κι αυτό με τις ίδιες δύο δυνατότητες: Μια διαχρονική με βάση τα στάδια εξέλιξης ενός καλλιτέχνη είτε μέσα σ’ ένα καλλιτεχνικό ρεύμα είτε αυτόνομα και μια συγχρονική με κέντρο τη συνύπαρξη διαφορετικών καλλιτεχνών τόσο στους κόλπους του ίδιου ρεύματος όσο και σε διαφορετικά αλλά και σαν αυτόνομες μονάδες.
Είναι εμφανές ότι το βάρος της προσέγγισης πέφτει πάνω στη δημιουργική διαδικασία αποτέλεσμα της οποίας είναι το έργο. Γίνεται δηλαδή με κέντρο τον καλλιτέχνη, καθιστώντας έτσι την όλη εξερεύνηση του χώρου της τέχνης μέσα στην Πινακοθήκη λιγότερο αντικειμενοκεντρική και πολύ περισσότερο ανθρωποκεντρική τοποθετώντας την μέσα στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Επιμελητής στην Εθν. Πινακοθήκη. Υπεύθυνος Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων
|