|
Από τον εμπειρισμό στη γνώση |
|
|
|
21.06.09 |
|
Σελίδα 1 από 7
Παρουσίαση του εποπτικού υλικού για τη διδασκαλία των καλλιτεχνικών μαθημάτων.
«Το Μουσείο είναι το μεγάλο αναγνωστικό που μέσα του μαθαίνουμε να διαβάζουμε», έλεγε ο Σεζάν και καθώς είμαστε όλοι καλλιτέχνες, καταλαβαίνουμε πολύ καλά τη σημασία και τη δύναμη που έχει η εικόνα. Αρκεί να θυμηθούμε το θυμό και την απελπισία μας, το πόσο ανίσχυροι νιώθαμε, όταν πρωτοδιόριστοι ακόμα προσπαθούσαμε να μεταδώσουμε, να εξηγήσουμε στα παιδιά με τόσο πολλά λόγια κάτι που θα άγγιζε την καρδιά τους απλά και μόνο με την προβολή μίας εικόνας, για να συνειδητοποιήσουμε το πόσο σημαντικό εργαλείο μπορεί να γίνει στα χέρια μας αυτή η σειρά των σλάιντς.
Γενικά, υπάρχει διάχυτη η εντύπωση στο πλατύ κοινό αλλά και στους συναδέλφους μας των άλλων κλάδων, ότι «η τέχνη δεν διδάσκεται» και επομένως η σχέση μας με το χώρο της οργανωμένης μάθησης που είναι το σχολείο, είναι κάπως χαλαρή, αφού λίγο ως πολύ, ο καθένας από μας περίπου «αυτοσχεδιάζει».
Η πλάνη αυτή βασίζεται πάνω σ’ ένα πραγματικό γεγονός που επειδή είμαστε ελεύθεροι στο πνεύμα, δεν φοβόμαστε να το παραδεχτούμε. Το γεγονός αυτό είναι ότι, πέρα από την ελευθερία που απαιτεί η ίδια η «φύση των σπουδών μας, οι γνώσεις μας, τα εφόδια μας, η κατάρτιση μας στα χρόνια των σπουδών μας, δεν προέκυψαν μέσα από μια οργανωμένη, λογική και συστηματική διαδοχή εμπειριών, αλλά αποτελούν προσωπική του καθενός μας κατάκτηση, έχουν βγει μέσα από τον προσωπικό του αγώνα και έχουν επιβεβαιωθεί μέσα από την καλλιτεχνική του πρακτική στο χώρο του εργαστηρίου του. Όταν ο Ντελακρουά στα 1823 έλεγε «Ας πάψουμε πια να μιλάμε για τα μυστικά του χρώματος. Η θεωρία του χρώματος και της τέχνης πρέπει να διδάσκεται στα δημοτικά» επεσήμαινε μία αδυναμία της καλλιτεχνικής παιδείας που και σήμερα ακόμη, όχι στο επίπεδο της δημοτικής αλλά ούτε της ανωτάτης εκπαίδευσης δεν έχει καλυφθεί. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ενώ κατέχουμε πολύ καλά τη δουλειά μας, αφού η γνώση μας θεμελιώνεται πάνω στη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης (γιατί εμείς δεν επαναλαμβάνουμε, γεννάμε, δημιουργούμε πράγματα) αυτός είναι λοιπόν ο λόγος που, όταν πρωτοαντικρύζουμε τους μαθητές μας στην τάξη, αδυνατούμε να συνοψίσουμε, να απλουστεύσουμε, να γενικεύσουμε. Αφού η δική μας γνώση κατακτήθηκε τυχαία, αποσπασματικά και ανοργάνωτα πώς θα μπορούσε να μεταδοθεί οργανωμένα και με τάξη στους μαθητές μας; Αρκεί να θυμηθούμε τα φοιτητικά μας χρόνια, τις προεκτάσεις και τις ερμηνείες που δίναμε σε πιθανόν τυχαίες και ίσως καθαρά υποκειμενικές παρατηρήσεις των δασκάλων μπροστά στα έργα μας για να διατυπώσουμε αβίαστα το ερώτημα:
|