Η Τέχνη του Χρώματος του Γιοχάνες Ίττεν Εκτύπωση E-mail
30.09.11

Η «Τέχνη του Χρώματος» είναι το βιβλίο που έκανε γνωστό ευρύτερα τον Johannes Itten, προς το τέλος της ζωής του. Για την ακρίβεια τον έκανε διάσημο. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και επανεκδόθηκε πολλές φορές, μετά το 1961, που έγινε η πρώτη έκδοσή του. 

Στην Ελλάδα εκδόθηκε πρώτη φορά το 1992 από την ΕΚΚΜΜΕ και ακολούθησαν δύο επανεκδόσεις, μία το 1998, και μία το 2011. Σήμερα εορτάζουμε, λοιπόν, μία ακόμη επανέκδοση που ήταν και η αφορμή, απ’ όσο γνωρίζω, ώστε να γίνει ένα αφιέρωμα στο χρώμα, στα πλαίσια αυτού του εορταστικού 30ου συνεδρίου της Ένωσης.

Η Τέχνη του Χρώματος του Γιοχάνες ΊττενΗ Ένωση είχε ήδη ξεκινήσει τις εκδόσεις βιβλίων για την τέχνη, που βρήκαν αμέσως ανταπόκριση από τα μέλη της, αλλά και το ευρύτερο κοινό· οραματίστηκε και ανέλαβε την υλοποίηση και αυτής της έκδοσης αντιμετωπίζοντας, και υπερπηδώντας τα οικονομικά εμπόδια, τα οποία δεν ήσαν αμελητέα, καθώς επρόκειτο για ένα βιβλίο που, για να εκδοθεί, απαίτησε πολύ χρόνο από ανθρώπους που εργάσθηκαν αφιλοκερδώς, σε πολλούς τομείς. Απαιτούντο επίσης χρήματα για την εκτύπωσή του και μέρος αυτών βρέθηκαν με χορηγία από το Ίδρυμα Λεβέντη για την πρώτη έκδοση, με αυτοχρηματοδότηση για την δεύτερη, ενώ η παρούσα έκδοση χρηματοδοτήθηκε πλήρως από το Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Μιχελή. Χρειάστηκε μεθόδευση και προγραμματισμός και με συνέπεια και ενθουσιασμό, τα μέλη της Ένωσης κατάφεραν να δώσουν στους Έλληνες φοιτητές καλλιτεχνικών σχολών, σε καλλιτέχνες και καθηγητές ένα σημαντικό βοήθημα, ένα σπουδαίο εργαλείο για την χρωματική έρευνα και γνώση.

Ο Itten, όπως ο ίδιος αναφέρει, προκειμένου να προχωρήσει στην έκδοση της διδασκαλίας του χρώματος, είχε πολλές συνομιλίες με τον εκδότη, προκειμένου ο τελευταίος να κατανοήσει τις δυσκολίες του εγχειρήματος, και αποφάσισαν την εκτύπωση αυτής της θεωρίας και των ασκήσεων και παραδειγμάτων που την συνοδεύουν, αφού ο Itten είχε πεισθεί ότι και οι δυσκολίες είχαν πλήρως κατανοηθεί, και ότι ο εκδότης θα μπορούσε να αποδώσει τα χρώματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο· δεδομένου ότι τα χρώματα της τυπογραφίας, σίγουρα, δεν μπορούν να αποδώσουν πιστά τα χρώματα της ζωγραφικής.

Η ΕΚΚΜΜΕ κατανοώντας από την αρχή τις ιδιαιτερότητες και δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος αντιμετώπισε συνεχώς με σεβασμό και ευθύνη το έργο συνολικά, δηλ. τη μετάφραση του κειμένου και κυρίως την εκτύπωση των εικόνων που το συνοδεύουν, οι οποίες είναι ο οδηγός στην κατανόηση της θεωρίας του Ίττεν.

Το βιβλίο ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ επανακυκλοφορεί, λοιπόν. Όποιος ενδιαφέρεται να γνωρίσει και να βοηθήσει άλλους να κατανοήσουν τον κόσμο των χρωμάτων, θα πρέπει ο ίδιος να έχει εξασκηθεί στις χρωματικές ασκήσεις, ο ίδιος να δημιουργήσει τα ίδια βασικά και συμπληρωματικά χρώματα, και να μην ικανοποιείται από αυτό που προσφέρεται έτοιμο από την αγορά με την μορφή σωληναρίων ή υλικών με άλλη μορφή, που απευθύνονται σ’ ένα ευρύτερο αγοραστικό κοινό, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις.

Οι ασκήσεις που προτείνει ο Ίττεν, πέρα από τεχνική γνώση, δίνουν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε τι αντιλαμβάνεται το μάτι, τι μπορεί να αποδοθεί από την ύλη, αλλά κυρίως, νομίζω, τι δεν μπορεί να αποδοθεί, γεγονός που εξηγεί γιατί χρειάζεται ο κάθε καλλιτέχνης να επινοήσει τον τρόπο για να εκφράσει το όραμά του. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα δούμε αργότερα, όταν θα γίνει αναφορά στον Πιέρ Μπονάρ, έναν καλλιτέχνη που γνώριζε και μελέτησε διάφορες χρωματικές θεωρίες, καθώς τον απασχολούσε η κατανόηση του χρώματος.

Επανέρχομαι στον Ίττεν, και μεταφέρω πώς ο ίδιος παρουσίασε τον τρόπο που αντιλαμβανόταν και εφάρμοζε την διδασκαλία του. Λέει:

«Κάθε διδασκαλία είναι αδύνατο να ανασυσταθεί· αυτές οι πολύτιμες στιγμές, αυτές κατά τις οποίες καταφέραμε να πετύχουμε το πιο ιδιαίτερο αυτού ή του άλλου μαθητού, και που συμβάλλαμε ώστε να ξεπηδήσει από μέσα του ένα πνευματικό φώς.

Αυτό που μπορεί να εκτεθεί από τη δική μου, μου φαίνεται φτωχό σε σύγκριση με αυτό που συνέβαινε στη διάρκεια αυτών των μαθημάτων. Ο τόνος, ο ρυθμός, ο συνειρμός του λόγου, ο τόπος και ο χρόνος, η διάθεση του πνεύματος των μαθητών και όλες οι άλλες περιστάσεις που δημιουργούν μια ζωντανή ατμόσφαιρα, δεν μπορεί να αποδοθούν· αυτό λοιπόν ακριβώς που δεν είναι δυνατόν να εκτεθεί, αυτό είναι που συμβάλλει ώστε να γεννηθεί το δημιουργικό κλίμα.

Η διδασκαλία μου ήταν μία ενστικτώδης ανακάλυψη. Αυτό που αντιλαμβανόμουν εγώ ο ίδιος μου ενέπνεε την πράξη που προδιέθετε και προέτρεπε τον μαθητή να μάθει.

Η διδασκαλία που γίνεται με εσωτερικό ενθουσιασμό είναι η αντίθετη από αυτό που μπορεί να είναι ένας τρόπος διδασκαλίας προσχεδιασμένης και μεθοδικά επεξεργασμένης. Οι καλύτεροι μαθητές μου είναι αυτοί που, υπακούοντας τη δική τους έμφυτη γνώση, πήραν διαφορετικούς και νέους δρόμους. Η απλή εξωτερική μίμηση και επανάληψη της δικής μου συμπεριφοράς είναι χωρίς ζωογόνο δύναμη. Δεν αγνοώ ότι αυτό που βρήκα δεν ήταν πάντα πραγματικά νέο, ότι αυτό μπορεί να ήταν επίσης μια ανασύσταση αυτού που, σε παλαιότερους καιρούς, είχε δώσει στους καλλιτέχνες μιαν ουσιαστική βάση για τη δουλειά τους».

Για τη διδασκαλία του χρώματος, λέει:

«Διατύπωση των εργασιών (των ασκήσεων) απλά και χωρίς διφορούμενα, υπήρξε μια από τις ουσιαστικές αρχές της διδασκαλίας μου.

Για την μελέτη του χρώματος, αφαίρεσα κάθε αναζήτηση που θα αφορούσε την φόρμα. Οι πρώτες ασκήσεις συνίσταντο στη σύνθεση χρωματικών κηλίδων, τοποθετημένων ελεύθερα, οι μεν δίπλα στις δε και οι μεν πάνω στις δε. Οι μαθητές άρχιζαν, τις περισσότερες φορές, να σχεδιάζουν τα περιγράμματα των κηλίδων και ακολούθως να τα χρωματίζουν. Επικεντρώνονταν στο σχήμα και όχι στο χρώμα.

Για να απελευθερωθεί η μελέτη των συνδυασμών των χρωμάτων από αυτή των σχημάτων, έδωσα προς χρήση το 1917, για τον μεγαλύτερο αριθμό των ασκήσεων, σαν δεδομένη μορφή, τη διαίρεση της σκακιέρας.

Μόνο ζωγραφίζοντας μπορεί ο μαθητής να ανακαλύψει τα μυστικά του χρώματος. Είναι απαραίτητο να παρατηρήσει και να μάθει να βλέπει τα χρώματα, αν θέλει να αναμίξει ακριβώς τις χρωματικές κηλίδες που έχει υπολογίσει έχοντας κοιτάξει στη φύση ή σε άλλα χρωματικά στοιχεία.

Η ανάπτυξη του χρωματικού κύκλου διαιρεμένου σε δώδεκα μέρη είναι η βάση της χρωματικής διδασκαλίας μου.

Αρχίζουμε με τη σύσταση των τριών βασικών χρωμάτων: κίτρινο, μπλε, κόκκινο. Θα πρέπει να αποκτήσουμε ακριβέστατη εικόνα αυτών των βασικών χρωμάτων.

Το κίτρινο δεν θα πρέπει να τείνει προς το κιτρινοπράσινο, ούτε προς το πορτοκαλί.
Το μπλε δεν θα πρέπει να τείνει προς το μπλε-πράσινο, ούτε προς το μπλε-κόκκινο.
Το κόκκινο δεν θα πρέπει να τείνει προς το κόκκινο πορτοκαλί, ούτε προς το μπλεδίζον κόκκινο.

Τα τρία βασικά χρώματα θα πρέπει να συσταθούν με σαφήνεια, όχι διφορούμενα, να ελέγχονται από τον δάσκαλο, και έπειτα να ζωγραφισθούν από τον μαθητή μέσα σε μια τριμερή διαίρεση ενός ισοπλεύρου τριγώνου. Στη συνέχεια, τα τρία δευτερεύοντα: πορτοκαλί, βιολέ και πράσινο, θα πρέπει να παρασκευασθούν με βάση αυτά τα βασικά χρώματα, με σαφώς καθορισμένες αναμίξεις, και να μεταφερθούν στον χρωματικό κύκλο όπως παρουσιάζονται στο σχήμα.

Ακολούθως τα έξι χρώματα που δημιουργήσαμε μεταφέρονται, επίσης στις αντίστοιχες θέσεις του χρωματικού κύκλου. Τώρα μπορούμε να βρούμε εύκολα τα ενδιάμεσα χρώματα που λείπουν ακόμη ώστε να συμπληρωθεί ο χρωματικός κύκλος. (σχήμα)

Στο σύμπαν των χρωμάτων υπάρχουν επτά αποτελέσματα χρωματικών αντιθέσεων:

Η αντίθεση του χρώματος καθαυτό:

Δημιουργείται όταν τα καθαρά χρώματα τοποθετούνται σε πολύχρωμες ομαδοποιήσεις. Το λευκό και το μαύρο μπορεί να αυξήσουν την ζωηρότητα του αποτελέσματος.

Η αντίθεση φωτεινό - σκούρο:

Αφορά την τοποθέτηση διαφορετικών φωτεινοτήτων και χρωματικών αξιών των χρωμάτων. Όλα τα χρώματα δύναται να ανοίξουν με το λευκό και να σκουρύνουν με το μαύρο. Για κάθε χρώμα θα πρέπει να αρχίζουμε δημιουργώντας τονικές κλίμακες που αντιστοιχούν στην κλίμακα φωτεινό – σκούρο. (σχήμα)

Η αντίθεση θερμό - ψυχρό:

Το εντονότερο αποτέλεσμα αυτής της αντίθεσης πετυχαίνεται με τα χρώματα πορτοκαλί-κόκκινο και μπλε-πράσινο. Όλα τα άλλα χρώματα φαίνονται ψυχρά ή θερμά σύμφωνα με την αντίθεσή τους με άλλους τόνους περισσότερο θερμούς ή πιο ψυχρούς.

Η αντίθεση των συμπληρωματικών:

Μέσα στον χρωματικό μου κύκλο, τα συμπληρωματικά είναι τοποθετημένα αντίθετα μεταξύ τους. Όταν αναμιγνύουμε δύο συμπληρωματικά χρώματα, παράγεται ένα χρώμα γκρίζο μαύρο ουδέτερο. Τα συμπληρωματικά χρώματα ενδυναμώνουν το ένα πλάι στο άλλο, έως την μεγίστη φωτεινότητα· αναμιγνυόμενα, αποδυναμώνονται σε γκρι μαύρο.

Η ταυτόχρονη αντίθεση:

Το αποτέλεσμα τούτης της αντίθεσης βασίζεται στο νόμο των συμπληρωματικών, σύμφωνα με τον οποίο κάθε καθαρό χρώμα απαιτεί (δηλ. προκαλεί) φυσιολογικά το αντίθετό του, το συμπλήρωμά του. Εάν αυτό απουσιάζει, τότε το μάτι δημιουργεί, ταυτόχρονα, το συμπληρωματικό χρώμα. Δίπλα σε ένα έντονο πράσινο, ένα ουδέτερο γκρίζο θα έμφανισθεί σαν γκρίζο κοκκινωπό, ενώ ένα έντονο κόκκινο θα εμφανίσει αυτό το ίδιο γκρι, σαν πρασινωπό γκρίζο.

Η ποιοτική αντίθεση:

Συνιστάται από την αντίθεση των λαμπερών κορεσμένων χρωμάτων και των χρωμάτων που είναι θαμπά, γκριζαρισμένα. Η ελάττωση, η μείωση της δύναμης του χρώματος μπορεί να επιτευχθεί αναμιγνύοντας με μαύρο, λευκό, γκρίζο ή με την μίξη συμπληρωματικών χρωμάτων.

Η ποσοτική αντίθεση:

Βασίζεται στην αντίθεση χρωματικών επιφανειών διαφορετικών μεγεθών.

Είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε μια γενική μελέτη και, όσο αυτό είναι δυνατό, του συνόλου της χρωματικής σφαίρας. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε, επιμένουμε στην τάξη (ταξινόμηση) των χρωμάτων, της σφαίρας των χρωμάτων και των συνδυασμών των χρωμάτων.

Το χρωματικό αστέρι, που είναι η προβολή της σφαιρικής χρωματικής επιφάνειας σε ένα επίπεδο, δίνει με τις διαβαθμίσεις των δώδεκα κύριων χρωμάτων, προς το μαύρο και προς το λευκό, μια συνοπτική εικόνα της διάταξης του συνόλου των χρωμάτων. (σχήμα)

Ολοκλήρωσα αυτό το χρωματικό αστέρι το 1921. Αυτό ήταν η βάση της διδασκαλίας μου για τα χρώματα, στο Μπάουχάους.

Μετά τη μελέτη και τη χρωματική ανάπτυξη των αντιθέσεων, θα πρέπει να δοθούν, στο μαθητή, θέματα για εργασίες, ικανά να τον μυήσουν στις εκφραστικές ποιότητες των χρωμάτων και των αντιθέσεών τους. Τέτοια θέματα είναι επί παραδείγματι: η νύχτα, το βάπτισμα, η ταφή, η αγορά, οι εποχές.

Οι μαθητές μαθαίνουν ότι, για κάθε θέμα, πρέπει να βρουν ένα χρωματικό συνδυασμό που του αντιστοιχεί. Αυτό οδηγεί στη διαπίστωση ότι το υποκειμενικό γούστο δεν αρκεί πάντα για να εκφράσουμε μια αντικειμενική και ορθή κρίση για το χρώμα.

Ο κόσμος των χρωμάτων θα πρέπει να μελετηθεί με το πινέλο και τα χρώματα, και να διερευνηθεί μέσω χρωματικών παραδειγμάτων. Τούτη η σύντομη παρουσίαση περιορίζεται στην κατασκευαστική όψη, την θεωρία και μέθοδο της χρωματικής διδασκαλίας μου. Στο βιβλίο « Η Τέχνη του Χρώματος», μιλώ με λεπτομερή τρόπο για τις διαφορετικές αντιθέσεις, τις εφαρμογές τους, δίνω ένα μεγάλο αριθμό υποδείξεων για τις ασκήσεις και ένα διδακτικό σχολιασμό των ζωγραφικών έργων.

(Από την εισήγηση της Ιωάννας Ομορφοπούλου, μεταφράστριας του βιβλίου «Τέχνη του χρώματος» του Γιοχάννες Ίττεν, στο ετήσιο συνέδριο της Ένωσης, 7/9/2011, στην ΑΣΚΤ).


O Γιοχάνες Ίττεν (Johannes Itten, 11 Νοεμβρίου 1888 - 27 Μαΐου 1967) ήταν Ελβετός ζωγράφος, σχεδιαστής, συγγραφέας, δάσκαλος και θεωρητικός της τέχνης που συνδέθηκε με τη σχολή Μπαουχάους.

Γεννήθηκε στο Südern-Linden της Ελβετίας. Την περίοδο 1904-6 εκπαιδεύτηκε ως δάσκαλος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Βέρνη, ερχόμενος σε επαφή με τις καινοτόμες ιδέες του παιδαγωγού Φρίντριχ Βίλχελμ Φρέμπελ, αλλά και την ψυχανάλυση. Το 1909 αποφάσισε να αφιερωθεί στη ζωγραφική και γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Γενεύης, ωστόσο απογοητευμένος από την εμπειρία του με τους δασκάλους του, επέστρεψε για ένα διάστημα στη Βέρνη. Επιστρέφοντας στη Γενεύη, παρακολούθησε τα μαθήματα του Ελβετού ζωγράφου Eugène Gilliard (1861–1921), ενώ το 1913 μετέβη στη Στουτγκάρδη για σπουδές στην ακαδημία του Adolf Hölzel, πρωτοπόρου στο είδος της αφηρημένης τέχνης.

Ήρθε σε επαφή με τις περιοδικές εκδόσεις του κινήματος του Γαλάζιου Καβαλάρη (Der Blaue Reiter) και από το 1915 χρονολογούνται μερικοί από τους πρώτους σημαντικούς πίνακες που φιλοτέχνησε, όπως ο Καλός Σαμαρείτης, καθώς και οι πρώτες αφηρημένες συνθέσεις του. Υπήρξε ιδρυτής μίας ιδιωτικής σχολής καλών τεχνών, χρησιμοποιώντας μη συμβατικές μεθόδους διδασκαλίας με στόχο τη μάθηση μέσα από τη δημιουργία και το παιχνίδι. Τον Οκτώβριο του 1919 διορίστηκε ως δάσκαλος στη σχολή Μπαουχάους της Βαϊμάρης, αναλαμβάνοντας τα εργαστήρια της ξυλουργικής, της τοιχογραφίας και της επεξεργασίας του μετάλλου. Υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της σχολής και εκείνος που διαμόρφωσε και δίδασκε τον πρώτο κύκλο σπουδών της (Vorkurs), ένα προπαρασκευαστικό στάδιο διάρκειας έξι μηνών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1910 συνδέθηκε στενά με το συγκριτικό θρησκευτικό κίνημα Mazdaznan, βασισμένο σε ιδέες του Χριστιανισμού και του Ζωροαστρισμού. Ο Ίττεν ενσωμάτωσε στοιχεία του κινήματος αυτού στη διδασκαλία του, καθιερώνοντας για παράδειγμα ειδικό διαιτολόγιο ή ασκήσεις διαλογισμού, ενώ αρκετοί μαθητές ακολούθησαν το παράδειγμά του, γεγονός που οδήγησε τελικά στη δημιουργία μίας διακριτής ομάδας μαθητών, οπαδών του Mazdaznan, επιφέροντας πόλωση στις τάξεις της σχολής.

Το 1923 αποχώρησε από τη σχολή Μπαουχάους και μετέβη στην κοινότητα Mazdaznan του Herrliberg, όπου λειτούργησε εργαστήριο υφαντουργίας. Τρία χρόνια αργότερα ίδρυσε νέα σχολή ζωγραφικής, γραφικών τεχνών, φωτογραφίας και αρχιτεκτονικής στο Βερολίνο, ενώ από το 1932 μέχρι το 1938 ανέλαβε τη διεύθυνση της Flächenkunstschule του Κρέφελντ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Έργα του παρουσιάστηκαν στην έκθεση «Εκφυλισμένης τέχνης» των Εθνικοσοσιαλιστών που διοργανώθηκε το 1937 στο Μόναχο. Ο Ίττεν μετανάστευσε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στην Ολλανδία και κατόπιν επέστρεψε στην Ελβετία όπου ανέλαβε τη διεύθυνση του Μουσείου Βιομηχανικού Σχεδιασμού (Museum für Gestaltung) της Ζυρίχης, μέχρι το 1954.






Digg!Reddit!Del.icio.us!Facebook!Slashdot!Netscape!Technorati!StumbleUpon!Newsvine!Furl!Yahoo!Ma.gnolia!