|
Σελίδα 1 από 3
Εκπροσωπώ έναν εκπαιδευτικό φορέα και μια εκπαίδευση που σε γενικές γραμμές μπορούμε να την οροθετήσουμε στους τομείς των Εφαρμοσμένων Τεχνών ή, όπως αλλιώς λέγεται, στις Τέχνες της Εφαρμογής.
Και αυτός ο χώρος, όπως και γενικότερα ο χώρος της Εικαστικής Παιδείας, τα τελευταία χρόνια, είναι ένας χώρος που η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συνθήκη της Μπολόνια, προσπαθεί να τον αναδιαρθρώσει στα πλαίσια του συνολικού περιεχομένου της Ανώτατης Παιδείας και ειδικότερα να τον διαμορφώσει με τέτοιο τρόπο που πραγματικά να καταργήσει τις ιστορικές του καταβολές και τη διαχρονικότητα που έχει, έτσι ώστε και η Εικαστική Εκπαίδευση να μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό, το οποίο θα αναπτύξω στη συνέχεια.
Καταρχήν, αν ανατρέξει κανείς στη συνθήκη της Μπολόνια, η οποία προετοιμάστηκε ουσιαστικά με επί μέρους αναδιαρθρώσεις πριν από το 1999, καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90, είναι ένα σύστημα «συγκρισιμότητας » της παρεχόμενης εκπαίδευσης στην ανώτατη βαθμίδα, όλων των χωρών-μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταρχήν αυτό ακούγεται καλό. Ωστόσο όμως θα πρέπει να τονιστεί ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια, σε όλα τα εκπαιδευτικά συστήματα, υπήρχε αυτή η συγκρισιμότητα, με την έννοια ότι η κινητικότητα των αποφοίτων δεν τους εμπόδιζε, σε καμία σχολή, μέσα από μια αναγνώριση του περιεχομένου σπουδών ενός ολοκληρωμένου σε επάγγελμα τομέα της γνώσης, να συνεχίσουν, με βάση μια απόφαση συγκλήτου, τις σπουδές τους σε μεταπτυχιακό επίπεδο, και ειδικότερα εκείνο που οδηγεί στη λήψη διδακτορικού διπλώματος. Άρα λοιπόν, αυτό που ουσιαστικά συμφωνήθηκε στη Μπολόνια είναι ένα ρασιοναλιστικό μοντέλο –και εξηγώ τι σημαίνει αυτό– ένα καθαρά, δηλαδή, μαθηματικό μοντέλο για τον τρόπο με τον οποίο θα αποτιμάται η εκπαίδευση σε μια διαβαθμισμένη κατά το αγγλοσαξωνικό σύστημα Aνώτατη Παιδεία. Όλοι οι όροι και όλες οι παράγραφοι της συμφωνίας αποδεικνύουν ότι αποτελεί μία συνθήκη με καθαρά ποσοτικές προδιαγραφές, παρά τις κυβερνητικές διακηρύξεις για το αντίθετο. Επίσης είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η προσαρμογή της Ανώτατης Eκπαίδευσης σ’ αυτό το μοντέλο γίνεται και κάτω από ένα θεμελιακό, θα έλεγα, και βασικό μεθοδολογικό κριτήριο που αλλάζει άρδην όλο το τοπίο της Καλλιτεχνικής Παιδείας και γενικότερα της Παιδείας: είναι η «κατάρτιση». Δηλαδή, τι θα αποτιμάται; Η μόρφωση; Όχι, θα αποτιμάται μόνο η κατάρτιση.
Κατάρτιση, για όσους έχουν ασχοληθεί με επιστημολογικά ζητήματα, είναι μία εφαρμογή ‘δεοντικής’ λογικής στη μόρφωση, η οποία αποτελεί διδασκαλία του τύπου: «αν θες να ανοίξεις την πόρτα, τότε πρέπει να γυρίσεις έτσι το πόμολο». Είναι δηλαδή ουσιαστικά μία υποδεικτικού χαρακτήρα διδασκαλία που οδηγεί καταναγκαστικά στην εκμάθηση κάποιου πράγματος, χωρίς να διερευνάται «πώς και γιατί» γίνεται αυτό το πράγμα. Ίσως αυτό να είναι και το πιο επικίνδυνο σημείο της Συνθήκης, διότι ναι μεν προβλέπει συγκρισιμότητα, αλλά αυτή όμως αφορά Ανώτατα Ιδρύματα που παρέχουν κατάρτιση.
Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλέγμα και η χώρα μας, αλλά κι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, ανεξαρτήτως του προηγούμενου καθεστώτος που είχανε στα εκπαιδευτικά τους συστήματα, έχουν κληθεί να προσαρμοστούν. Το «αν μπορούν» είναι ένα ζήτημα, όπως επίσης είναι ένα ζήτημα και το «αν πρέπει». Στη χώρα μας οι αναδιαρθρώσεις αυτές είχαν προετοιμαστεί τουλάχιστον για τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα με τις αποφάσεις του Ινστιτούτου Τεχνολογικής Εκπαίδευσης καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Πώς; Εισάγοντας ρυθμίσεις στα προγράμματα σπουδών, με περικοπές ωρών, με αποφάσεις που αν μη τι άλλο- περιλάμβαναν εκτιμήσεις του είδους οτι ακόμη και το Ελεύθερο Σχέδιο είναι ένα μάθημα που μπορεί κανείς να το διδάξει μέσα σ’ ένα 2ωρο, απομετρώντας μόνο το χρόνο με τον οποίον κανείς θα δουλέψει ένα συγκεκριμένο θέμα. Μ’ άλλα λόγια δηλαδή, καθαρός ταιηλορισμός. Προγραμματισμός σπουδών με καταγραφή μόνο μιας εκτελεστικής προσπάθειας, χωρίς να μας ενδιαφέρει η διάρκεια του χρόνου που ο φοιτητής ή ο σπουδαστής θα καταβάλει, ώστε να φτάσει σε μία έμπνευση ή να φτάσει, αν θέλετε, στο θέμα το οποίο θέλει ο ίδιος να δημιουργήσει μέσα στο χώρο της εκπαίδευσής του.
|