|
Oι επιπτώσεις στις Σχολές Καλών Tεχνών - Διβάρης - Εισαγωγή |
|
|
|
13.05.07 |
|
Σελίδα 5 από 5
Την ίδια λοιπόν κοινωνική υποβάθμιση της θέσης του καλλιτέχνη τη συναντάμε και στην Eικαστική Παιδεία. Τα διδακτορικά ως προϋπόθεση αξιολόγησης των καλλιτεχνών, αποτελεί ουσιαστικά υποβάθμιση του καλλιτεχνικού έργου. Τι θα ’πρεπε να γίνει σύμφωνα με αυτή τη επιταγή; Θα ’πρεπε κάποιος, μόλις τελειώσει τη Σχολή Καλών Τεχνών να αφιερώσει πέντε χρόνια έξω από την καλλιτεχνική του έρευνα, ώστε να μπορέσει να κάνει ένα θεωρητικό διδακτορικό και να έχει έτσι το προσόν που θα του επιτρέψει να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο. Αυτό δείχνει ακριβώς την υποβάθμιση του καλλιτεχνικού έργου, την απαξίωση δηλαδή του καλλιτεχνικού έργου. Δεν είμαι καθόλου εναντίον των θεωρητικών. Στόχος όμως της συγκεκριμένης πολιτικής είναι η κατάργηση ή η απορρύθμιση των Καλλιτεχνικών Σχολών. Από την άλλη ακούγεται κάτι σχετικά με την ίδρυση Ακαδημίας Τεχνών. Προωθείται μία Ακαδημία Τεχνών που θα είναι αδιαβάθμητη, δεν θα ανήκει δηλαδή ούτε στη Μέση, ούτε στην Ανώτερη ούτε στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Θα είναι τριετούς φοίτησης, με δίδακτρα. Οι διδάσκοντες θα διορίζονται χωρίς κανένα αξιολογικό καθεστώς, κατευθείαν από τους Yπουργούς Πολιτισμού και θα διδάσκουν τέχνη και μάλιστα τέχνη απ’ όλους τους καλλιτεχνικούς κλάδους (εικαστικά, θέατρο, μουσική κλπ.). Κάτι τέτοιο θα ήταν αντισυνταγματικό, γιατί μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία γίνεται προσπάθεια να μετατραπούν οι καλλιτεχνικές σχολές των ΑΕΙ σε θεωρητικές σχολές, και η αμιγώς καλλιτεχνική παιδεία να λαμβάνεται μέσα από αυτή την περίεργη Ακαδημία. Στο Σύνταγμα όμως, αναφέρεται ότι εκτός από τις επιστήμες, αποτελούν περιεχόμενο της ανώτατης παιδείας και οι Τέχνες. Θα αποτελεί επίσης πρωτοτυπία στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα αντίκειται ακόμη και στην «Μπολόνια», όσο περίεργο κι αν σας φαίνεται αυτό. Στην «οδηγία της Μπολόνια» αναφέρεται ο τρόπος αξιολόγησης της Aνώτατης Παιδείας (και κατά συνέπεια και της καλλιτεχνικής), καθορίζοντας έτσι μία κοινή βάση ανταλλαγής φοιτητών και καθηγητών εντός του ευρωπαϊκού χώρου. Εκεί δεν αναφέρει πουθενά ότι υπάρχει περίπτωση να είναι μη πανεπιστημιακές οι καλλιτεχνικές σπουδές και οι Σχολές Καλών Τεχνών, μη Ανώτατα Ιδρύματα, το αντίθετο μάλιστα.
Τέλος, επειδή ακούστηκαν πολλά για τα Δυτικοευρωπαϊκά Πανεπιστήμια και ιδιαίτερα για τα βρετανικά, μη νομίζετε ότι παρά τα προβλήματα που έχουμε θέσει και παρά τις γενικές κατευθύνσεις της νεοφιλελεύθερης και ιδιωτικής παιδείας στις οποίες ασκούμε κριτική, τα πράγματα εκεί γίνονται με προχειρότητα. Μπορεί μεν να είναι ενταγμένα σε ένα σύστημα εκπαίδευσης νεοφιλελεύθερο, αυτό όμως δεν αποτελεί αιτία για μία συλλήβδην απαξίωση των σπουδών που γίνονται εκεί. Άλλωστε δεν είμαι σε θέση να υπερασπιστώ σε πολλά την παιδεία και τους καλλιτεχνικούς θεσμούς που είχαμε στο παρελθόν στη χώρα μας.
Κι αυτό, γιατί στην Ελλάδα τα πράγματα δεν ήταν ιδανικά. Αυτή τη στιγμή θα πληρώσουμε πολύ το ότι π.χ. η Ελλάδα ήταν κλεισμένη για μεγάλες περιόδους στον εαυτό της, ότι ήταν απομονωμένη ιδεολογικά αλλά και θεσμικά από την υπόλοιπη Ευρώπη στα Eικαστικά και στην Kαλλιτεχνική Παιδεία, μέχρι πρόσφατα, μέχρι τη δεκαετία του ’70. Το γεγονός ότι είχαμε μια πολύ έντονη εθνοκεντρική κατεύθυνση και κλειστή άποψη σε σχέση με την υπόλοιπη ευρωπαϊκή τουλάχιστον, κι όχι μόνο, παιδεία, αυτό θα το πληρώσουμε, το πληρώνουμε ήδη σιγά-σιγά.
Λοιπόν, χρειάζεται να κάνουμε γρήγορα βήματα. Δεν χρειάζεται να αισθανόμαστε ότι είμαστε πίσω. Θα είναι επιτυχία αν καταφέρουμε να ανταπεξέλθουμε στις νέες δυσκολίες, στη νέα τάξη πραγμάτων, έχοντας κρίνει αποτελεσματικά και σε βάθος την κατάσταση. Δεν μπορούμε να αναπολούμε τις δεκαετίες του ’60 ή του ’70 γιατί οι συνθήκες σήμερα είναι διαφορετικές. Πρέπει να ανταποκριθούμε σ’ αυτές, όσο δύσκολες και εχθρικές κι αν είναι.
Γιώργος Διβάρης: Ζωγράφος, Επίκουρος Καθηγητής ΤΕΕΤΑΠΘ (Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)
|