Στην πηγαία παιδική ζωγραφική δεν υπάρχει ωραίο κι άσχημο, καλό και
κακό. Η δροσιά, η τρυφερότητα και ταυτόχρονα η σοβαρότητα της
προσπάθειας βρίσκεται πίσω από κάθε παιδικό έργο.
Απεριόριστες οι δυνατότητες των παιδιών στο νέο τρόπο επικοινωνίας, στη νέα γλώσσα που ανακαλύπτουν, δέχονται, και έχουν τόσα να πουν, που κάποιες φορές δεν ξέρουν ποιος διδάσκει ποιον. Η φαντασία τους είναι ανεξάντλητη και ο απλός τρόπος που εκφράζονται είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος. Αυτόν όμως ακριβώς τον αυθορμητισμό στη σύλληψη και την έκφραση, η γνώση δεν πρέπει να τον βάζει στο περιθώριο, γι’ αυτό και πρέπει να προσφέρεται με μεγάλη προσοχή. Και σ’ αυτήν ακόμα την ηλικία των 11-13 χρόνων η γνώση δεν είναι δυνατό να περάσει στο παιδί χωρίς τον κίνδυνο να μη γίνει κατανοητή, ή να λειτουργήσει σαν ανασταλτικός παράγοντας, σαν απαγόρευση στη δημιουργική του διάθεση. Γι’ αυτό τις πιο πολλές φορές δεν πρέπει να ξεκινούμε από τη θεωρία για να περάσουμε στην πράξη, αλλά από την πράξη στη θεωρία που μόνη της αποκαλύπτεται μέσα από την εργασία, σαν παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που έχει τους κανόνες του, που χρειάζεται κινητοποίηση της φαντασίας και μαζί μια κάποια πειθαρχία στη σωστή χρήση μέσων και υλικών. Έτσι με απλούς δοκιμασμένους τρόπους περνούν οι γνώσεις στο παιδί με γέφυρα τη συνεργασία και μαθαίνουν πώς από το καθαρό γεωμετρικό σχήμα φτάνουμε στο απλοποιημένο φυσικό, στο βαλμένο σε μια νοητή τάξη, πώς προσθέτοντας τα ατομικά χαρακτηριστικά ενός αντικειμένου ένας κύκλος μπορεί να γίνει πορτοκάλι, μήλο ή πρόσωπο, πώς από το διακοσμητικό στη σύνθεση, από την πλακάτη σχηματοποιημένη φόρμα στην τοπική χρωματική. Ακόμα πως από τους άξονες περνούμε στη φιγούρα που κινείται κι ενεργεί, ποιο είναι το σωστό μέγεθος σε σχέση με το χώρο, τι είναι τόνος, απόχρωση, προοπτική, φόρμα, κατασκευή, τι εκφράζει η κλίση των γραμμών στη σύνθεση, πού τις τοποθετούμε. Το κάθε τι έχει μια αρχή, ένα σκοπό και ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Στα πρώτα μου χρόνια διδασκαλίας, προσπαθούσα να είμαι τυπικά σωστή, προγραμματισμένη, μεθοδική. Για να τροφοδοτώ και να διατηρώ το ενδιαφέρον των παιδιών, συχνά πίεζα τον εαυτό μου να ανταποκριθεί σ αυτό που περίεργα θεωρούσα υποχρέωση, ενώ ταυτόχρονα με γοήτευε. Κάποια στιγμή στην τάξη συνειδητοποίησα τη σωστή σχέση μαθητή και δάσκαλου. Κι είναι αυτή μια επικοινωνία, μια ισορροπία, ένα συνυπεύθυνο, μια κοινή προσπάθεια που τοποθετεί καθένα σωστά στο ρόλο του. Εργάζομαι μαζί με τα παιδιά κι αυτά παρασυρμένα στη δημιουργική τους διάθεση αφοσιώνονται στο έργο τους και, όταν το ολοκληρώσουν, θέλουν να δουν τη δουλειά των άλλων, να δείξουν τη δική τους.
Μπορούν να ρωτήσουν οτιδήποτε όποια στιγμή στη διάρκεια της προσπάθειας, όχι όμως χωρίς πρώτα να προβληματιστούν και να προτείνουν μόνα τους κάποια λύση. Δεν μένουν αβοήθητα. Τίποτε δεν είναι στην τύχη, χωρίς κάποιες οδηγίες, χωρίς εξήγηση, χωρίς στοιχεία, γι’ αυτό που τους ζητείται. Κι είναι εντυπωσιακό που το κάθε παιδί δίνει μια διαφορετική λύση με διαφορετικά μορφολογικά στοιχεία στο έργο του.
Τα παιδιά εργάζονται, τα παιδιά δημιουργούν. Η ικανοποίηση από το αποτέλεσμα, η χαρά από τη δημιουργία, η σιγουριά από τα εφόδια που παίρνουν, είναι φανερή στη προθυμία και τη σοβαρότητα με την οποία ανταποκρίνονται στο κάλεσμα. Δυστυχώς όμως ο χρόνος που προσφέρεται στο σχολείο είναι τόσο λίγος. Η συνεχής μείωση των ωρών διδασκαλίας κάνει το πρόβλημα πολύ μεγάλο. Από τη μια η αναγκαστική περικοπή, η αναθεώρηση της ύλης, με το τι πρέπει να επιλέξεις για να διδάξεις από αυτά που δίδασκες όταν ο χρόνος το επέτρεπε, και από την άλλη η επιταγή της ανάπτυξης, της ενσωμάτωσης στη διδακτέα ύλη διαφόρων νέων μορφών και λύσεων που υπαγορεύουν τα νέα υλικά, οι νέες ανάγκες, οι νέες δυνατότητες.
Τα παιδιά εργάζονται και δημιουργούν. Στην καταναλωτική μας κοινωνία μαθαίνουν να αξιοποιούν πράγματα από αυτά που πετούμε, όπως παλιά περιοδικά, πέτρες, ξύλα, σύρματα, κουτιά κ.α., να κάνουν μ’ αυτά ωραία και χρήσιμα αντικείμενα. Το αίσθημα του καλού είναι έμφυτο στον άνθρωπο, ιδιαίτερα αυθόρμητο και γνήσιο στο παιδί. Έργο - υποχρέωση του δάσκαλου είναι να το ξυπνήσει, να δώσει το κίνητρο για να θελήσουν να δουν την ομορφιά που πολλά πράγματα κρύβουν. Να κοιτάξουν τη φύση, να χαρούν τα θαυμαστά της. Να γίνουν παρατηρητές, όχι αδιάφοροι, χωρίς και να μένουν μόνο παρατηρητές. Να δώσουν ζωή και διάρκεια σ’ αυτό που υπάρχει γύρω, ακουμπώντας τη συγκίνησή τους σ’ ένα άσπρο χαρτί.
ΜΑΡΘΑ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΟΥ 40ο Γυμνάσιο Αθηνών
|